'>

Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

Χριστός Ανέστη λοιπόν..



Είναι εντυπωσιακό το πώς πίσω από τα μεγάφωνα των ιερέων και το Χριστός Ανέστη, ‘κοχλάζει’ η βοή του εθνικού ύμνου, σαν το κελάρυσμα του νερού σε μικρό ποτάμι που μέρα με τη μέρα ακούγεται εντονότερα. Ο Αρχιεπίσκοπος δήλωσε πως χάσαμε το δρόμο, τις αξίες, τις αρχές μας και δε μπορούμε να παραγγείλουμε από το ΔΝΤ αξίες και αρχές. Μόνο που υπάρχει μια παρεξήγηση εδώ. Είναι άλλοι εκείνοι που ‘παραγγέλλουν’ και άλλοι αυτοί που ‘πληρώνουν’. Υπάρχει επίσης ένας πλεονασμός γιατί είναι προφανές πως το ΔΝΤ δε δανείζει αξίες και αρχές, αφού το ίδιο τις καταπατά όπως και την αξιοπρέπεια, την ελπίδα, την αισιοδοξία, την ίδια τη ζωή. Όσο αυτοί που πληρώνουν βυθίζονται στα γρανάζια του, τόσο περισσότερο οι αρχές και οι αξίες εξομοιώνονται με αστείες καρικατούρες. Ο πόλεμος φέρνει τα πράγματα στις φυσικές τους διαστάσεις, έγραφε στη κατοχή του 1940 ο Θεοτοκάς, τότε που άνθρωποι πείνασαν, έψαξαν στα σκουπίδια, τράφηκαν με αγκάθια, και πολλοί τελικώς απεβίωσαν. Η πολεμική μηχανή των Γερμανών ναζί επέτασσε κάθε είδους τρόφιμα, για να τα διοχετεύσει στις μαχόμενες της δυνάμεις ανά την Ευρώπη. Πόσες τραγικές ομοιότητες με το σήμερα! Η κατοχή δεν πραγματοποιείται με άρματα και όπλα παρά με ‘κρίσεις’ και ‘μηχανισμούς στήριξης’ που επιβάλλουν και απαιτούν 'άνοιγμα των αγορών', μεταρρυθμίσεις 'με αίμα' και προτεραιότητες όπως τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος. Κάθε πόλεμος εξάλλου έχει και τις απώλειες του που στην περίπτωση μας, είναι η μικρομεσαία τάξη, των υπαλλήλων, των ελεύθερων επαγγελματιών, των εργατών, των -κατά την αντίληψη κάποιων- αναλώσιμων της κοινωνίας. Άλλωστε αυτή είναι η δομή και της δικής μας, αποτελούμενη -μεταξύ άλλων- από ισχυρούς, αρπακτικά, εκλεκτούς και το πλήθος των πολλών. Στην πραγματικότητα ζούμε στον χειρότερο κόσμο που θα μπορούσε να υπάρχει, συνεπώς δεν είναι αναγκαία η ανησυχία, εκτός αν πλέον κάτι εσωτερικά γρατσουνίζει, όπως το ένστικτο της επιβίωσης, που όταν ξυπνά τσαλαπατά πάνω σε κάθε αξία ή αρχή, γίνεται φωνή, κραυγή απόγνωσης, βοή που δυναμώνει προμηνύοντας το κακό. Οι πρωταγωνιστές της εποχής μας δε θα περάσουν στη λήθη της ιστορίας για τις επιλογές τους. Θα περάσουν για το ότι –με υποκίνηση-επέλεξαν όσα το πλήθος καλείται να πληρώσει. Η ουτοπία της ‘ανάπτυξης’ όπως την εννοούν, πείθει πλέον ίσως τους ελάχιστους που την προσδοκούν ως πρόοδο στην αέναη συσσώρευση του κεφαλαίου και των ιδιωτικοποιήσεων. Της ανάπτυξης που, όπως κομψά το θέτει η N. Klein, όταν το τραίνο της ξαναπαίρνει μπροστά, μένουν απέξω όσοι πετάχτηκαν όταν σταμάτησε. Είτε το αποδεχόμαστε είτε όχι, κάθε βοή  πίσω από τα μεγάφωνα, μαρτυρά πως  υπάρχουν οι πρώτοι που συνέρχονται από το σοκ. 
Χριστός Ανέστη λοιπόν ..

Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

''Ως Την Τελευταία Πνοή'' ( ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ )

'' Ένα δυνατό αλλά και ανθρώπινο ταυτόχρονα μυθιστόρημα για την Μικρασιατική τραγωδία ''

 

Γιώργος Γιαντάς - «Το καλό μυθιστόρημα ξεκλειδώνει την ψυχή του αναγνώστη»

26/01/2012 - 13:27


ΣΤΗ ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΥ
 
Γιώργος Γιαντάς - «Το καλό μυθιστόρημα ξεκλειδώνει την ψυχή του αναγνώστη»
Στο πρώτο του μυθιστόρημα η ιστορία σμίγει αρμονικά με τη φαντασία. Κομμάτια ζωής της νεότερης Ελλάδας συμπλέουν με αληθινές ανθρώπινες ιστορίες. Στο Ως την τελευταία πνοή, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη, ο Γιώργος Γιαντάς ταξιδεύει τους αναγνώστες του στην κατατρεγμένη Σμύρνη της Μικρασιατικής Καταστροφής. Ένας λαός δοκιμάζεται. Μαζί δοκιμάζονται τα αισθήματα φιλίας και αγάπης. Ο συγγραφέας πλέκει περίτεχνα την ιστορία του και μέσα από αυτή στέλνει μηνύματα ανθρωπιάς.


Το βιβλίο σας μας μεταφέρει στη Σμύρνη του 1916 και στα γεγονότα που ακολούθησαν. Είναι η καταγωγή σας από τη Μυτιλήνη και πιθανές μνήμες της οικογένειάς σας, που σας ώθησαν να επιλέξετε να γράψετε ένα μυθιστόρημα με αυτό το θέμα;



Οπωσδήποτε με ώθησαν μνήμες, μα και πλήθος μαρτυριών συγγενών, που σχετίζονται με τα γεγονότα. Σκηνές ό - πως ο θάνατος του δεκανέα Μουκτούρη, προς το τέλος του βιβλίου, είναι πραγματικές. Παράλληλα, κατέφυγα σε ένα πλήθος από βιβλία και σχετικά ντοκουμέντα, χάρτες, φωτογραφίες, λεπτομέρειες, που προσπάθησα να «φωτίσω» όσο αυτό ήταν εφικτό. Οι πηγές αυτές δεν αναφέρονται στο τέλος του βιβλίου, ώστε να μην χαθεί ο βιωματικός του χαρακτήρας. Έτσι αποφάσισα να γράψω μια ιστορία που θα κάλυπτε τα πιο συνταρακτικά χρόνια της εποχής εκείνης, διεισδύοντας ταυτόχρονα στα βαθύτερα αίτια των όσων συνέβησαν.


Πέρα από την ιστορία, οι ανθρώπινες σχέσεις παίζουν σημαντικό ρόλο στην υπόθεση του βιβλίου. Τι θέλατε να δώσετε στους αναγνώστες σας με την ιστορία που διηγείστε;



Υπάρχουν συγκεκριμένα μηνύματα και συμβολισμοί που προσπάθησα να μεταφέρω. Η χώρα μας υπέφερε πολλά από τις κατά καιρούς παρεμβάσεις ξένων, μα εξακολούθησε να στέκεται στα πόδια της. Σήμερα, που δοκιμαζόμαστε ξανά, ας μην ξεχνάμε πόσα έχουμε υποστεί... Σε επίπεδο ανθρώπινων σχέσεων, το μήνυμα είναι η διαχρονική αξία της φιλίας, πέρα από σύνορα και ιδεολογίες. Ένα ακόμη είναι κι αυτό της αγάπης: Ο πρωταγωνιστής ωριμάζει από τα γεγονότα και προσπαθεί μέσα από τη μεταμέλεια να προλάβει την καταστροφή. Τα γεγονότα, ωστόσο, τον προλαβαίνουν. Το μήνυμα είναι σαφές: Θα έχουμε πάντα αρκετό χρόνο να δείξουμε την αγάπη μας στους ανθρώπους μας;


Ποια θεωρείτε κατάλληλα υλικά για ένα καλό μυθιστόρημα;



Κατά τη γνώμη μου, η πρωτότυπη ιδέα, η σωστή δομή, η σχολαστικότητα αλλά και το πάθος αποτελούν προϋποθέσεις για ένα καλό αποτέλεσμα. Ένα καλό βιβλίο μοιάζει με πίνακα ζωγραφικής. Ακόμη κι αν δεν εντυπωσιάσει εκ πρώτης όψεως, όσο καλύτερα τον παρατηρείς διακρίνεις στον καμβά πινελιές από διδάγματα, αξίες, ηθικούς προορισμούς που θα καταφέρουν να ξεκλειδώσουν το σφραγισμένο βιβλίο της ψυχής. Το καλό μυθιστόρημα είναι τελικά αυτό που θα ξεκλειδώσει την ψυχή του κάθε αναγνώστη.


Εσείς διαβάζετε; Κι αν ναι, τι; Ποιο πιστεύετε ότι είναι το επίπεδο της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας;



Στο μεγαλύτερο ποσοστό διαβάζω ξένη λογοτεχνία, σύγχρονη αλλά και κλασική. Σε ό,τι αφορά στο χώρο μας, θεωρώ πως υπάρχουν πολύ καλά έως πολύ μέτρια βιβλία. Αν δεν υπήρχαν μέτρια βιβλία, άλλωστε, δεν θα αναδεικνύονταν τα αριστουργήματα. Όταν, όμως, τα best sellers προκύπτουν από μη λογοτεχνικούς παράγοντες, όπως η προβολή «εύπεπτων» τίτλων, η δημοσιότητα του συγγραφέα ή το αδυσώπητο μάρκετινγκ, τότε πώς θα καταφέρει να φτάσει στα χέρια του κοινού ένα πραγματικά καλό βιβλίο;


Η υπόλοιπη ζωή σας πώς λειτουργεί σε σχέση με τη συγγραφή; Θα συνεχίσετε να γράφετε;



Θα επιθυμούσα να έχω περισσότερο χρόνο για διάβασμα και συγγραφή. Σε αυτό το κομμάτι καθοριστική είναι η συμπαράσταση και στήριξη της συζύγου μου, αφού όταν πρόκειται για την προετοιμασία και τη συγγραφή μιας ιστορίας, απαιτούνται έξι με οχτώ ώρες απομόνωσης ημερησίως. Πέραν αυτής της διαδικασίας, ο χρόνος μελέτης καθημερινά περιορίζεται μόλις στις τρεις ώρες. Ήδη ολοκληρώνω ένα δεύτερο μυθιστόρημα, μετά το Ως την τελευταία πνοή, καθώς και ένα προγενέστερο αυτού. 
dsav@otenet.gr

Απόσπασμα από το '' Ως Την Τελευταία Πνοή ''


..σκέφτηκα ως μόνη διαφυγή το δρόμο για το νεκροταφείο, τουλά-
χιστον μέχρι να νυχτώσει, αφού ήταν αδύνατον σχεδόν να βρεις κά-
ποια διέξοδο προς τη θάλασσα. Ξεκινώντας για τη νότια πλευρά της
πόλης άκουσα το όνομά μου. Γύρισα και είδα τον καθηγητή τον Βε-
νετόπουλο καθισμένο στην εξώπορτα ενός σπιτιού της προκυμαίας
σαν κάτι να περίμενε. Τον πλησίασα με έκπληξη και αγωνία.
– Αλέξανδρε... παιδί μου, ο Μιχάλης; μου είπε αμέσως χωρίς κα-
μία ταραχή, κάτι που έκανε τα γόνατα και τη φωνή μου να τρεμου-
λιάσουν.
– Θα γυρίσει... Επιστρέφει με το λόχο του!
Κοίταξε εκείνος τις ματωμένες πατούσες μου, που μόλις που κα-
λύπτονταν απ’ τα κουρέλια, τη σκισμένη στολή, τις πληγές στο πρό-
σωπο, τα χέρια και τα πόδια και ατάραχα απάντησε:
– Θα τον περιμένω λοιπόν...
Τα μάτια του θάμπωσαν, μα εξακολούθησε να χαμογελά, ώσπου
ένα δάκρυ ξέφυγε στο πρόσωπό του.
– Όχι, κύριε καθηγητά! Εδώ κινδυνεύεις! είπα προσπαθώντας να
τον ανασηκώσω από το μπράτσο.
Τραβήχτηκε.
– Δε φοβάμαι να πεθάνω, Αλέξη μου! Τη γυναίκα μου την έκα-
ψαν... υπάρχουν πιο νέοι από μένα, που αξίζει να σωθούν... κι αφού
ο γιος μου είναι καλά, όπως λες πως είναι... δεν είναι; Η φωνή του
άρχισε να τρέμει.
– Είναι καλά... αλήθεια!
– Τότε θα με προλάβει εδώ!
Καθώς οι τσέτες πλησίαζαν, απομακρύνθηκα προς το νεκροτα-
φείο αφήνοντας τον καθηγητή καθισμένο σ’ εκείνο το κατώφλι. Μό-
νο τότε που πλησίαζα κατά κει κατάλαβα πως είχε νυχτώσει. Ο κα-
πνός απ’ τη φωτιά που έκαιγε την πόλη εκεί ήταν λιγότερος κι ο
λαιμός μου κάπως καθάρισε. Πέρασα την είσοδο του νεκροταφείου
και δίχως να πιστεύω είδα κόσμο ανάμεσα στους τάφους, γυναίκες
με τα παιδιά τους αγκαλιά και πολλά μικρά κορίτσια. Μια μάνα με
δυο αγόρια παρατήρησε πως αυτό που φόραγα ήταν το απομεινάρι
μιας στρατιωτικής στολής. Σηκώθηκε, έτρεξε καταπάνω μου και άρ-
χισε κλαίγοντας να με χτυπά στο στήθος μανιασμένα.
– Γιατί μας το κάνατε αυτό; Γιατί; Γιατί μας φέρατε τέτοιο κα-
κό;
Μα πόσα μπορούσα να της εξηγήσω; Κάποιες άλλες γυναίκες άρ-
χισαν να με κατηγορούν φωνάζοντας κι η μόνη μου λύση ήταν να
κρυφτώ προς το τέλος του νεκροταφείου, όπου και προσπάθησα να
πάρω μια ανάσα πλάι σ’ ένα σκαλιστό μαρμάρινο μνήμα.
Εκεί δίπλα όμως ήταν καθισμένο ένα κορίτσι το πολύ είκοσι δύο
χρονών.
– Κύριε, εδώ κρύβομαι εγώ με την αδερφή μου! Να πάτε κάπου
αλλού να κρυφτείτε! έκανε κρατώντας σφιχτά τα γόνατά της.
– Πού είναι η αδερφή σου; ρώτησα.
Αντί να απαντήσει, μου έδειξε το μνήμα! Έσυρα το πάνω μέρος
του κι αντίκρισα ανάσκελα μέσα κρυμμένο ένα κορίτσι κάπου δέκα
χρονών. Κρατούσε σφιχτά σφιχτά μια ξυλένια κούκλα τρέμοντας ολό-
κληρο.
– Κι εσύ; Θα μείνεις εδώ; έκανα στη μεγάλη ξανακλείνοντας το
καπάκι του τάφου.
– Δεν έχει άλλους τάφους ελεύθερους! Είναι όλοι πιασμένοι! Εγώ
θα κάτσω εδώ! Δεν τους φοβάμαι!
Η φωνή της ίσα που έβγαινε. Ύστερα κι απ’ αυτό ήμουν σίγου-
ρος πως ούτε στο νεκροταφείο υπήρχε ελπίδα για τους ζωντανούς.
Τα πόδια μου λύγισαν κοιτώντας εκείνο το κορίτσι. Λύγισαν στ’ αλή-
θεια. Σωριάστηκα αδύναμα κι αργά σύρθηκα για αρκετή ώρα ανά-
μεσα στα μνήματα κοιτώντας τα φοβισμένα πρόσωπα, ώσπου κατά-
φερα ξανά να βγω έξω. Πιο νότια ακόμη, προς την Καραντίνα,
κατάφερα αρκετή ώρα μετά να φτάσω σε μια ερημωμένη ακροθα-
λασσιά, όπου και σωριάστηκα πλάι στο νερό. Είδα τη Χρυσάνθη να
τσαλαβουτάει τα πόδια της σ’ αυτό φορώντας ένα θαλασσί φόρεμα,
που το ανασήκωνε μην το βρέξει, χαμογελώντας μου με νάζι, και θυ-
μήθηκα πως κάποτε κολυμπήσαμε σ’ εκείνη τη θάλασσα. Η τελευ-
ταία εικόνα των θείων μου μ’ έκανε να πιστεύω πως όλα ήταν ένα ψέ-
μα, ώσπου αδύναμα, λυτρωτικά, τα βλέφαρά μου βάρυναν.
– Ξύπνα, στρατιώτη! Σήκω!
Μ’ έσπρωξε βίαια το χέρι ενός ηλικιωμένου ψαρά.
Υποβασταζόμενος από κείνον σύρθηκα μέχρι την άκρη του νε-
ρού. Τα κουρέλια στις πατούσες μου ξετυλίχτηκαν μόλις βράχηκαν
κι η αλμύρα κατέκαψε τις πληγές μου κάνοντάς με να βγάλω μια
κραυγή πόνου.
– Κάνε κουράγιο να σ’ ανεβάσω επάνω! ψιθύρισε δείχνοντάς μου
το καΐκι του, που φωτιζόταν αμυδρά απ’ το λιγοστό φως του θαμπού
φεγγαριού.
Μ’ ανέβασε επάνω, μ’ ακούμπησε στην πρύμνη μπροστά απ’ το
μισοσκισμένο γαλανόλευκο σημαιάκι κι έβαλε μπρος τη μηχανή. Δί-
πλα μου, η γυναίκα κι η μικρή κόρη τους στην αγκαλιά της με κοί-
ταζαν σαν να ήμουν πλάσμα από έναν άλλο κόσμο.
– Τι έπαθε, μαμά, ο κύριος; μουρμούρισε με απορία το κοριτσά-
κι κρατώντας την σφιχτά απ’ την μπλούζα.
Εκείνη δεν απάντησε. Ταλαίπωρα, φοβισμένα γύρισε τα μάτια
της στα βόρεια του κόλπου. Οι κόρες τους φωτίστηκαν καθρεφτίζο-
ντας τη φωτιά που έκαιγε την πόλη. Οι φωνές του κόσμου ολοένα λι-
γόστευαν στ’ αφτιά μας, καθώς η πλώρη διέσχιζε το ανάλαφρο κύμα
του κόλπου, μέχρι που χάθηκε ολάκερη η Σμύρνη από τα μάτια μας,
πίσω από ένα μεγάλο συμμαχικό πλοίο. Ο δρόμος για τη Μυτιλήνη
ήταν ανοιχτός...

''Ως Την Τελευταία Πνοή'' του Στρατή Χαραλάμπους ( ΕΜΠΡΟΣ ΛΕΣΒΟΥ 27-01-2012 )

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ 

Γιώργος Γιάντας
Εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη
Αθήνα 2011


Το μυθιστόρημα, του Μυτιληνιού νέου συγγραφέα Γιώργου Γιάντα αναφέρεται στη θυελλώδη περίοδο του εθνικού διχασμού, που ξεκινάει το 1916 και κορυφώνεται το 1922 με την εθνική Μικρασιατική Καταστροφή, με την οποία μπαίνει ένα τέλος στο όραμα της εθνικής ολοκλήρωσης. Οι επιδράσεις του ιστορικού αυτού γεγονότος εξακολουθούν να επηρεάζουν την πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή της πατρίδας μας μέχρι και σήμερα.
Ο συγγραφέας έχει ως κεντρικό ήρωα ένα νέο της εποχής, που γεννιέται και μεγαλώνει στον Πειραιά, με ρίζες από τη Σμύρνη, και που αποφασίζει το 1916 να μετακινηθεί και να εργαστεί στη Σμύρνη στο πλευρό του θείου του. Το 1919, εμφορούμενος από το όραμα της Μεγάλης Ιδέας, τρέχει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Πατρίδα, εγκαταλείποντας σύζυγο, εργασία στο εργοστάσιο του θείου του και φίλους. Ονομάζεται έφεδρος ανθυπολοχαγός του Μηχανικού και ακολουθεί έκτοτε τον πορεία του Ελληνικού Στρατού, αποβίβαση στη Σμύρνη, εγκατάσταση ελληνικής διοίκησης στη Σμύρνη, επεκτατικές επιχειρήσεις σε Πέργαμο και Αϊδίνιο, Συνθήκη Σεβρών, προέλαση προς Άγκυρα, Σαγγάριος, οπισθοχώρηση, διάσπαση μετώπου, πυρπόληση της Σμύρνης και τελικά προσφυγιά στη Μυτιλήνη.

Η γλαφυρότητα και η πιστότητα με την οποία παρουσιάζονται τα γεγονότα, μεταφέρουν τον αναγνώστη νοερά στην πολυπολιτισμική Σμύρνη των αρχών του προηγούμενου αιώνα, όπου Ρωμιοί, Τούρκοι, Αρμένηδες, Εβραίοι και Δυτικοί (Γάλλοι, Ιταλοί και Άγγλοι) διαβιούν, εργάζονται και προοδεύουν αρμονικά, αλλά μεταξύ των υποβόσκει η καχυποψία, βλέποντας την παραπαίουσα οθωμανική αυτοκρατορία να αδυνατεί να εφαρμόσει μια ισχυρή πολιτική, ενώ παράλληλα αρχίζουν να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια του τουρκικού εθνικισμού.
Με επιτυχία, μέσα από τις οικονομικές δραστηριότητες, παρουσιάζονται οι αλληλοσυγκρουόμενες επιδιώξεις των κρατών τής Αντάντ, της Ελλάδας και των Τούρκων, τις οποίες αδυνατούν να επισημάνουν και να αξιολογήσουν οι δύο συνιστώσες του εθνικού διχασμού, ο Βασιλεύς και ο Βενιζέλος, με αποτέλεσμα να εκριζωθεί παντελώς το ελληνικό στοιχείο από τη Μικρά Ασία. Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί στον αναγνώστη η διαλυτική επίδραση που είχε ο διχασμός στο στράτευμα και φαίνεται μέσα από τη σκηνή του διαπληκτισμού ενός βενιζελικού λοχία και ενός βασιλικού ανθυπολοχαγού.
Καίτοι στο βιβλίο παρουσιάζονται σειρά σημαντικών ιστορικών γεγονότων, ο συγγραφέας προτιμά να αναφέρεται σε αυτά μέσα από την αλληλογραφία του ήρωα με τη σύζυγό του και τους συγγενείς του και μέσα από αναφορές σε εφημερίδες της εποχής. Τούτο δεν κουράζει τον αναγνώστη με πληθώρα ιστορικών στοιχείων, αλλά του δίδει τη δυνατότητα να μεταφέρεται στο κλίμα της εποχής, κυρίως μέσα από την εξέλιξη των γεγονότων, γύρω από τον κεντρικό ήρωα και τους λοιπούς πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος.

Εξαιρετική εντύπωση προκαλούν οι περιγραφές από την κοπιαστική πορεία του Ελληνικού Στρατού μέσα από την Αλμυρά Έρημο και από τη μάχη στο Σαγγάριο. Η με ακρίβεια αναπαράσταση των σκηνών μαρτυρεί ότι ο συγγραφέας έγινε δέκτης αφηγήσεων ατόμου που συμμετείχε στην εκστρατεία από την αρχή μέχρι το τέλος.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στα προβλήματα που δημιούργησε η προσφυγιά και κυρίως συνέτεινε στη διάλυση οικογενειών, οι οποίες είτε μοιράστηκαν στις δύο πλευρές του Αιγαίου είτε χάθηκαν στους ανά την Ελλάδα προσφυγικούς καταυλισμούς.
Λαμβάνοντας σήμερα ως δεδομένο ότι στο δράμα της Μικρασιατικής Καταστροφής σημαίνοντα ρόλο έπαιξαν οι δύο ελληνικές πολιτικές παρατάξεις της εποχής, οι οποίες λόγω της πολιτικής τύφλωσης και της έξαρσης του πολιτικού πάθους αδυνατούσαν να συνεννοηθούν και να συνεργαστούν ώστε να θέσουν στο περιθώριο το πολιτικό όφελος και να αποφύγουν ή να περιορίσουν την επερχόμενη καταστροφή, μπορούμε να παραλληλίσουμε το τότε εθνικό πρόβλημα με το σημερινό τεράστιο οικονομικό πρόβλημα που υπάρχει στη χώρα μας και να ευχηθούμε να μην επαναληφθεί το ίδιο λάθος από τις πολιτικές δυνάμεις, διότι θα οδηγηθούμε σε διάλυση και κοινωνικοοικονομικό χάος.
Στρατής Χαραλάμπους
αντιστράτηγος (ΠΒ) ε.α.
πρόεδρος Δ.Σ. Παραρτήματος Λέσβου τής ΕΑΑΣ

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

''Ως Την Τελευταία Πνοή'' του Ηλία Παπαγεωργίου (ΔΗΜΟΚΡΑΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ 05-12-2012)


Εφημερίδα ΔΗΜΟΚΡΑΤΗΣ Της ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ - Βιβλιοπαρουσίαση του ' Ως Την Τελευταία Πνοή ' (του Ηλία Παπαγεωργίου)

«Ως την τελευταία πνοή» του Γιώργου Γιαντά

Από τον «ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ ΛΙΒΑΝΗ ΑΒΕ» κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό το μυθιστόρημα του Γιώργου Γιαντά με τίτλο «Ως την τελευταία πνοή». Το μυθιστόρημα αναπτύσσεται σε 640 σελίδες χωρισμένο σε έξι κεφάλαια με τίτλους:
1.    Μυτιλήνη. Στο Ορφανοτροφείο
2.    Το «Σμυρνέικον»
3.    Αιγίς
4.    Σακάρ (Σαγγάριος)
5.    Γιανγκίν (η φωτιά)
6.    Καλλιθέα, αρκετά χρόνια μετά…
Κεντρικό θέμα του έργου είναι τα μικρασιατικά και, συγκεκριμένα, η ζωή, ειδικά στη Σμύρνη, η απόβαση του ελληνικού στρατού με την υποστήριξη αρχικά των συμμάχων της Ελλάδας, οι πολεμικές συγκρούσεις με τους Τούρκους του Κεμάλ, ο πολιτικός διχασμός στην Ελλάδα (Βασιλικοί – Βενιζελικοί), η καταστροφή του ελληνικού στρατού, ο εκτοπισμός των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και η καταστροφή της Σμύρνης. Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο εξελίσσεται η επαγγελματική, συναισθηματική, πολεμική ζωή του Αλέξανδρου Βελισσαρίου, του πρωταγωνιστή του έργου.
Η αφήγηση ξεκινά από το τέλος της υπόθεσης, όταν ο Αλέξανδρος, μετά τις απίστευτες πολεμικές ταλαιπωρίες, κατάφερε να διασωθεί και να μεταφερθεί με ένα καΐκι από τη Σμύρνη στη Μυτιλήνη, όπου και «φιλοξενήθηκε» μέχρι το τέλος της ζωής του. Σε αυτό το τμήμα του μυθιστορήματος, που παίζει ρόλο εισαγωγής, ο Αλέξανδρος διατυπώνει την αντιπολεμική του φιλοσοφία και εκφράζει τον πόνο και την πικρία του για το σαράκι της διχόνοιας που πάντα κατέτρυχε τον ελληνικό λαό. «… η διχόνοια, γράφει, δεν πέθανε ποτέ μέσα μας, σαν σκουλήκι τρυπωμένο βαθιά στις σάρκες μας. Ένα βρομερό ζωύφιο, που οι ξένοι ήξεραν καλά να το θρέφουν».
Στο κεφάλαιο «Σμυρνέικον» ο συγγραφέας ασχολείται με τον ξενιτεμό του Αλέξανδρου από τον Πειραιά στη Σμύρνη για αναζήτηση καλύτερης επαγγελματικής τύχης, αφού η ενασχόληση με τη θάλασσα με τον χήρο πατέρα του και το καΐκι τους δεν αρκούσε από καμιά άποψη για τον Αλέξανδρο, το δικηγόρο. Στη Σμύρνη ασχολήθηκε, τελικά, με το οινοποιείο του θείου του, σύζυγο της αδελφής του πατέρα του Αλέξανδρου, και ενός Τούρκου συνεταίρου του. Οι δουλειές πήγαιναν θαυμάσια. Ο Αλέξανδρος απολάμβανε τη ζωή στη Σμύρνη, έως ότου τα πολεμικά γεγονότα στην Ελλάδα και την εμπλοκή της Ελλάδας στο πλευρό της Αντάντ τον οδήγησαν να καταταγεί εθελοντής στον ελληνικό στρατό, αφού εντωμεταξύ είχε παντρευτεί την ωραία Χρυσάνθη από το Κορδελιό.
Με το βαθμό του ανθυπολοχαγού βρέθηκε απρόσμενα στη Σμύρνη, όπου και του ανατέθηκε να ασχοληθεί με την κατασκευή της Αιγίδας, της γραμμής άμυνας της πόλης, με υλικά που θα προμηθεύονταν από τη Γαλλία. Μέσα από αυτήν την ενασχόληση έγιναν κατανοητά τα σχέδια των «συμμάχων», να εκμεταλλεύονται δηλαδή τους πολέμους για οικονομικά συμφέροντα, έτσι που επαληθεύονταν τα λόγια του Γάλλου μεσολαβητή-εμπόρου, Σερνιέ, «ο πόλεμος είναι εμπόριο».
Η ταλαιπωρία του Αλέξανδρου και του ελληνικού στρατού αρχίζει στο σημείο αυτό: στην εκστρατεία του ελληνικού στρατού προς τον Σαγγάριο ποταμό, αφού εντωμεταξύ στην Ελλάδα ο Βενιζέλος έχασε τις εκλογές, τις οποίες κέρδισαν οι βασιλικοί. Ο στρατός αποδεκατίστηκε και όσοι διασώθηκαν επιχείρησαν ως άτακτα μπουλούκια να επιστρέψουν στα παράλια μέσα από απίστευτες κακουχίες.
Η συνέχεια του έργου, η τύχη και το τέλος του Αλέξανδρου κρύβουν ασύλληπτες συμπτώσεις! Συμπτώσεις που συγκλονίζουν το συναισθηματικό και ιδεολογικό «είναι» του αναγνώστη και που καταξιώνουν έναν νέο συγγραφέα με γόνιμη φαντασία, με κλίση στη συγγραφή και με γνώση των ιστορούμενων γεγονότων.
Αυτή, εν ολίγοις, είναι η υπόθεση του έργου. Ενός έργου συγκλονιστικού, όχι μόνο για τα ιστορικά γεγονότα, αλλά και για τις ανθρώπινες σχέσεις, τις συνέπειες της εθνικής διχόνοιας, τη δολερή διπλωματία, η οποία, «για να ισορροπήσει με το συμφέρον, τα νέα κομμάτια γης, το μαύρο χρυσό… θα χρειαστεί οκάδες και οκάδες αίμα αθώων» από το άλλο μέρος της ζυγαριάς.
Έστω και αν το έργο είναι εκτενές, εντούτοις διαβάζεται με άνεση, ακόμη και με λαχτάρα σε πολλά του σημεία, χάρη στην απλή και εύληπτη γλώσσα, στο ανεπιτήδευτο ύφος, στη φυσικότητα της αφήγησης, στη γλωσσική επιμέλεια, στις ζωντανές περιγραφές, στις δυναμικές αφηγήσεις, στην ειλικρίνεια των προθέσεων του συγγραφέα…

Ηλίας Παπαγεωργίου

Περίληψη βιβλίου

Τέλη του 1916 ήτανε που έφτασα στη Σμύρνη να βρω μια καλύτερη τύχη. Όσα ακολούθησαν από κει κι ύστερα δύσκολα τα χωρά ο νους. Λέω, τα ’ζησα; Kι όμως τα ’ζησα… Το τέλος του Μεγάλου Πολέμου της Ευρώπης, το όραμα του Βενιζέλου, τις εθνικές μας προσδοκίες, αλλά και τα συμφέροντα, τις ψεύτικες υποσχέσεις, τον άσβεστο διχασμό και την καταστροφή. Πολέμησα, έζησα τον έρωτα, πλήγωσα, αγάπησα. Το ριζικό σου όμως θα το διαβαίνει πάντα η τύχη; Κι η αγάπη; Θα σε περιμένει για πάντα; Δεν είναι γραμμένα εδώ μέσα μονάχα όσα είδα, μα είναι κρυμμένη κι η ζεστή αγκαλιά Εκείνης. Γι’ αυτήν έτρεξα να προλάβω τη φωτιά. Αυτή είναι η ιστορία μου…