'>
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ Η.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ Η.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2017

''Όταν η παιδεία νοσεί..., η χώρα πεθαίνει'' - Ηλίας Παπαγεωργίου




        Προτού επιχειρήσω οποιαδήποτε αναφορά στο νέο βιβλίο του του κ. Παπαγεωργίου, επιθυμώ να αναφέρω το γεγονός πως ο συγγραφέας -κατά το παρελθόν- υπήρξε και δικός μου καθηγητής. Η εμβέλεια του στο χώρο των Ελληνικών γραμμάτων είναι λίγο πολύ γνωστή, ιδιαίτερα στην τοπική κοινωνία της Λέσβου. Οι σχολιασμοί που ακολουθούν παρακάτω, αποτελούν απόσταγμα προσωπικών εντυπώσεων από την ανάγνωση του έργου του, κατά το δυνατόν αμερόληπτων και όχι υπό το πρίσμα μιας «κριτικής» με την ευρύτερη έννοια, καθώς εξακολουθώ να θεωρώ πως ο προορισμός του μαθητή δεν είναι «να κρίνει το δάσκαλο».
          Παρά το «θάνατο της χώρας» όπως διατυπώνεται στο εξώφυλλο, από ένα σχετικά βαρύ τίτλο, το έργο ξεκινά με αισιοδοξία, με τη σημασία της αξίας του τόπου, της πατρίδας που ζούμε και η οποία μαστίζεται από μία βαθιά πολύπλευρη κρίση, επί αρκετά χρόνια. Με επίκεντρο τον άνθρωπο - εκπαιδευτικό, τον καθηγητή, το δάσκαλο, ο κ. Παπαγεωργίου παραθέτει ένα πλήθος κειμένων που αφορούν στη σχέση Παιδείας - Κοινωνίας, θέτοντας ως βάση τη σημασία της πρώτης για την ορθή θεμελίωση της δεύτερης, με προεκτάσεις σε συναφή ζητήματα της Ελληνικής πραγματικότητας.
«Ένα δοκίμιο που απευθύνεται σε εκπαιδευτικούς» θα σκεφτεί κάποιος. Όχι! Ο συγγραφέας ξεδιπλώνει μία θεματολογική βεντάλια που αφορά άμεσα το νέο, το γονέα, το μαθητή, το συνδικαλιστή της εκπαίδευσης, κάθε απλό και ανήσυχο αναγνώστη.
         Η απλότητα και ευχέρεια του λόγου διακρίνονται αμέσως, στοιχεία που αποτελούν το δυνατό χαρτί του συγγραφέα: τα περίπλοκα προβλήματα της ελληνικής πραγματικότητας ψηλαφίζονται με οξυδέρκεια μα και απόλυτα κατανοητό τρόπο. Το εύρος αυτών των προσεγγίσεων περιλαμβάνει από αναφορές περιστατικών της καθημερινότητας μέχρι λεπτές επισημάνσεις, επί καίριων ζητημάτων, στα οποία αναδεικνύονται κομψά οι προσωπικές τοποθετήσεις και απόψεις. Ο συγγραφέας του βιβλίου είναι πρωτίστως «δάσκαλος», με την ουσιαστική έννοια, δεν εμμένει, δε στέκεται σε αναχρονισμούς, δεν παρουσιάζει το παραμικρό ίχνος υπεροψίας μίας «αυθεντίας». Τούτη η αίσθηση προκαλείται αβίαστα κατά την ανάγνωση, μακριά από φιοριτούρες, λεκτικά στολίδια και επιτηδεύσεις, χωρίς περιττούς συναισθηματισμούς και με παρούσα τη «μετάδοση μηνυμάτων» σε τόνο ήπιο, προσιτό, με διάθεση ανοικτή και πρόθυμη σε αντίλογο μα και συνάμα ξεκάθαρη και κοφτερή στα προσωπικά «πιστεύω».
      Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον -κατά την ταπεινή μου γνώμη-  σημείο, είναι η επικαιρότητα των κειμένων, τρανή απόδειξη της οξείας αντίληψης του συγγραφέα για τους σημαντικότερους, τους σύγχρονους προβληματισμούς της Ελληνικής παιδείας - κοινωνίας. Η σημασία της γλώσσας για τη δημοκρατία, ζητήματα ρατσισμού και ξενοφοβίας, η «εισβολή» των νέων τεχνολογιών και του διαδικτύου, η θέση της Λογοτεχνίας στην εκπαίδευση, η ελληνική ιδιοσυγκρασία, ακόμη και η περιγραφή της φιλίας.

«Δεν προτίθεμαι να γράψω καμία επιστολή σε κάποιον φίλο αγαπημένο, γιατί δε μπόρεσα ακόμη να συλλάβω την έννοια της πραγματικής φιλίας»(σ.111)

      Και όμως, η ανάγνωση είναι ευχάριστη όσο η κουβέντα με έναν καλό φίλο, με ένα πρόσωπο διατεθειμένο να μιλήσει, να ακούσει, να προβληματιστεί γύρω από την παιδεία και τις ελλείψεις της, γύρω από τα κακώς κείμενα που επιφέρουν μακροπρόθεσμες συνέπειες στην αρμονία και τη συνοχή του κοινωνικού ιστού. Μία κουβέντα που προχωρά ομαλά, με άνεση, δίχως εξάρσεις, συχνά με χιούμορ ή με υποβόσκουσα πικρία και ενίοτε με σκεπτικισμό. Η «φρεσκάδα» των κειμένων αποδεικνύει τη διαύγεια αυτού του «φίλου» και δασκάλου, την οξύνοια, τη δυνατότητα του να παραμένει ενημερωμένος κι επίκαιρος, εκθέτοντας τα επιχειρήματα του προς τους «μαθητές», χωρίς  να στερεί το περιθώριο κρίσης ή κριτικής, απευθυνόμενος σε προσωπικότητες ανεξάρτητες. Εξάλλου, «ο δάσκαλος πάσχει να διαμορφώσει ανθρώπους που να μην το χρειάζονται! Ανθρώπους που να μαθαίνουν μόνοι τους, να ψάχνουν μόνοι τους, να αποφασίζουν μόνοι τους…»(σ.31)
Η καλοζυγισμένη, καλαίσθητη και χωρίς εξάρσεις γραφή του κ. Παπαγεωργίου, αποτελεί μία πρόκληση για ευαισθητοποίηση και ίσως, αυτό να αποτελεί το σημαντικότερο επίτευγμα σε τούτο το έργο, ταυτόχρονα με τη διδακτική μορφή των κειμένων, που εγείρουν το στοχασμό και την επιθυμία για περαιτέρω αναζήτηση. Ας μην παραλείψω επίσης, το εξαιρετικό προλογικό σημείωμα του κ. Π. Ξηντάρα, που συνοδεύει τη συγκεκριμένη έκδοση.
              Η ανάγνωση του βιβλίου σε συνδυασμό με το γεγονός πως τυγχάνει να γνωρίζω το συγκεκριμένο καθηγητή και συγγραφέα, προκάλεσε μία νοσταλγική ανάμνηση, αφού ήταν σα να άκουγα τον ίδιο να μου μιλά, κατά τα όμορφα μαθητικά χρόνια, που πλέον, από το ανελέητο πέρασμα του χρόνου, τείνουν διαρκώς να απομακρύνονται στο βαθύ πέλαγος της μνήμης. Μα και πάλι, δεν ήταν λίγη η χαρά μου, για την απόφαση του να προχωρήσει σε ένα ακόμη αξιόλογο και επίκαιρο έργο, από εκείνα που τόσο ανάγκη έχει ο τόπος, εμπλουτίζοντας την ήδη σπουδαία παρακαταθήκη του. Το νέο βιβλίο του κ. Ηλία, αποτελεί μία ανακούφιση, ένα ελπιδοφόρο και τονωτικό «φάρμακο» για τη νοσούσα Παιδεία, για την ενίσχυση της πίστης σε ένα καλύτερο αύριο.
Γιώργος Γιαντάς
        




Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2015

"Τα παιδιά του ξινόγαλου" - Ηλίας Παπαγεωργίου


Από την πρώτη της γραμμή, η συλλογή διηγημάτων «Τα παιδιά του ξινόγαλου» διαβάζεται με περίσσεια άνεση και ευχαρίστηση. Ξεκινώντας από τα πρώιμα χρόνια του συγγραφέα και με την παραδοχή του πως «τα γεγονότα σε γενικές γραμμές είναι πραγματικά», προχωρά σε αναφορές στα μαθητικά χρόνια, στα ήθη και τα γνωρίσματα της επαρχιώτικης ζωής, στους τρόπους με τους οποίους αντιμετωπίζονταν θέματα και προβλήματα της ζωής περί τη δεκαετία του ΄50. Η ορεινή Ήπειρος της εποχής εκείνης, ιδιαίτερη πατρίδα του κ. Παπαγεωργίου, αποτελεί το επίκεντρο αυτής της όμορφης ξενάγησης, που με γλαφυρό τρόπο παρασύρει τον αναγνώστη στα μονοπάτια της.


«Οι καλαμποκιές, αν και απότιστες, ξηρκές, ήταν όλο ζωντάνια. Τα πλατιά και μακριά τους φύλλα σα γιαταγάνια ξεφύτρωναν γλυκά –γλυκά από το ρωμαλέο κορμό της καλαμποκιάς, ανέβαιναν ελαφριά προς τα πάνω και σιγά σιγά έγερναν σαν τις κάμαρες του γεφυριού της Άρτας.»


Μέσα από την απρόσκοπτη ροή των ιστοριών, ανάγλυφα αναδύονται κοινωνικά, παιδαγωγικά, λαογραφικά στοιχεία, δίνοντας ένα σύνολο που το χαρακτηρίζει μια αδιόρατη μα υπαρκτή συνοχή, με έντονα διδακτικό χαρακτήρα. Οι ήρωες του ξινόγαλου είναι εντελώς διαφορετικοί από τους ανθρώπους της εποχής μας. Ζουν εξοικειωμένοι με τη φτώχεια, την ανέχεια, την έλλειψη στοιχειώδους παιδείας, την αγριάδα της φύσης που τους περιβάλλει. Σε βαθμό τέτοιο που, αν πρόκειται να παραμεληθεί η βοσκή των αγελάδων εξαιτίας του διαβάσματος της γεωγραφίας, μια πατρική ευχή μπορεί να φτάνει στα όρια του αδιανόητου:


«Αχ! Παναγιάμ, να μην πετύχς!»


Τα πρόσωπα διακατέχονται από τις προκαταλήψεις του παρελθόντος, από την ακαλλιέργητη κρίση, από την εμπιστοσύνη στο δίκιο της επιβίωσης. Αυτού όπου μπροστά του η αξία της μάθησης ωχριά, με το δίκιο να γίνεται τυφλό και τον κανόνα να καταπνίγει τις εξαιρέσεις.


«- Να τ’ δώσω κανά βιβλίου να διαβάσ’.- Τι να του καμ, να μαθ’ ν’ αρμέει καλύτιρα τα πρόβατα;»


Τα περισσότερα από τα διηγήματα του πονήματος, διακατέχονται από μια σιωπηλή λαχτάρα. Το σαράκι για τα γράμματα που αθώα εμφανίζεται κι έπειτα συντροφεύει τον πρωταγωνιστή, ένα τεράστιο «δεκάρι» της δασκάλας στο τετράδιο, που με τα χρόνια αποτελεί τον έπαινο –οδηγό για το συγγραφέα και τους πνευματικούς του αγώνες. Το περιβάλλον παραμένει σκληρό, σαν τα τραχιά πρόσωπα των ανθρώπων γύρω του. Μέσα σε αυτό, διαμορφώνονται χαρακτήρες, συμπεριφορές, φυσικά ταλέντα που ξεπηδούν σαν αγριολούλουδα για να τσαλαπατηθούν από την ανάγκη της βιοπάλης, της σκληρής όσο και άδικης ζωής. Άδικης όμως τίμιας, σκληρής όμως αληθινής, με τις αλήθειες εκείνες που κάποτε ένα θεϊκό χέρι ορίζει πως χρειάζεται να τραβήξουν το δρόμο τους.


«Ου δάσκαλους Ηλία μου πι οτ’ ισύ πρεπ να μαθ’ς γράμματα!»


Λες και κάποια βλαστάρια είναι προαποφασισμένο να ξεφύγουν από την παρέα του ξινόγαλου, με τρανταχτή απόδειξη τον ίδιο τον πρωταγωνιστή, τη διαδρομή του στο χώρο της Ελληνικής παιδείας, το συγκροτημένο άνθρωπο – ιδιαίτερα για εκείνους που έχουν την τύχη να το γνωρίζουν από κοντά. Θα ήταν δυνατό να προσδώσουμε μια αλληγορική έννοια στο πόνημα του κ. Παπαγεωργίου. Τα παιδιά του ξινόγαλου ίσως να αποτελούν κάθε κλειστό, οικογενειακό ή κοινωνικό οικοδόμημα, οποιουδήποτε τόπου ή χρόνου, μέσα από τους «ασφυκτικούς» κανόνες του οποίου πάντοτε θα ξεπηδούν και θα δραπετεύουν οι μεγάλες φωτεινές εξαιρέσεις του κόσμου…