'>
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ως Την Τελευταία Πνοή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ως Την Τελευταία Πνοή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Με τους 'Αετούς' στο Ωραιόκαστρο


Η Κυριακή 23 του Σεπτέμβρη, εκτός του ότι ήταν μια ιδανικά ζεστή, ηλιόλουστη ημέρα, έριξε την αυλαία της με την παρουσίαση του ‘Ως την τελευταία πνοή’, ολοκληρώνοντας τον κύκλο των εκδηλώσεων του Συλλόγου ‘οι Αετοί’, για τα 90 χρόνια από τη Μικρασιατική καταστροφή. 
Η ονομασία του Ωραιοκάστρου Θεσσαλονίκης συναντά τις ρίζες της στο ‘Χατς Καλέ’, που ήταν και η ονομασία ενός κάστρου, στο χωριό Χατς της μαρτυρικής γης του Πόντου. Οι πρώτες οικογένειες προσφύγων έφτασαν στο Ωραιόκαστρο από το Βακού  το 1920, για να ακολουθήσουν αργότερα οι πρόσφυγες από την περιοχή της Τραπεζούντας. Διατυπώνεται πως για την ονομασία του υπήρξαν δύο προτάσεις, η μία ήταν Ωραιόκαστρο και η άλλη Καρς (από τους προερχόμενους από τον Καύκασο), και από τις οποίες επιλέχθηκε η πρώτη.
Η αρχική εντύπωση που μου δόθηκε από την περιοχή ωστόσο, ήταν αυτή ενός  προσεγμένου δήμου, σε σημείο τέτοιο που παρέχει μια εντυπωσιακή θέα προς την πλευρά της Θεσσαλονίκης. Τα περιποιημένα και σύγχρονα στην πλειοψηφία τους κτίσματα προκαλούν επίσης έντονη εντύπωση, αποτελώντας το αποτέλεσμα μιας γενικής αναβάθμισης της περιοχής τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια.
Ανάμεσα στους συλλόγους που δραστηριοποιούνται εκεί, οι ‘Αετοί της Μικράς Ασίας’  είναι ένας σύλλογος Μικρασιατών, με πλούσιο πρόγραμμα, που διακρίνεται από το μεράκι της δουλειάς του, την καλή διάθεση, την άψογη οργάνωση, αλλά και την ευελιξία του. Θέλοντας να σταθώ εδώ, επισημαίνω τη χαρά να γνωρίσω έναν άνθρωπο γεμάτο ζωντάνια και δυναμισμό, την Πρόεδρο κα Ματίνα Καβάσιλα, μα και ολόκληρη την άψογη αυτή ομάδα, την Αντιπρόεδρο, την Κλέλια, τη Στεφανία, και να τους ευχαριστήσω για τη χαρά που μου έδωσαν, να κλείσω με την παρουσίαση το πρόγραμμα των εκδηλώσεων για τα 90 χρόνια από τα γεγονότα του 1922. Όπως επίσης και για τη φιλοξενία,το αγκάλιασμα και την προβολή του βιβλίου μου, που προηγήθηκε όλο το διάστημα της προετοιμασίας μέχρι την εκδήλωση. Τέλος, δεν θα ήθελα να παραλείψω να αναφέρω, πως στο Ωραιόκαστρο συνάντησα ανθρώπους με άμεση σχέση και καταγωγή από τη Μυτιλήνη, το Μόλυβο και άλλα χωριά του νησιού.
Θέλω να ευχαριστήσω θερμά εκείνους που με τίμησαν με την παρουσία τους, αλλά και τους Αντιδημάρχους κο Πολυχρονίδη Ανέστη και κα Κέπετζη Ειρήνη, τον κο Γαβότση Αστέριο, το βραβευμένο συγγραφέα Δημήτρη (Σταυριώτη) Παπαδόπουλο, το μουσικό Σάκη Ξενούδη που μας ταξίδεψε με το κανονάκι του, και βέβαια  τις εκδόσεις Λιβάνη, που φρόντισαν να βρεθώ εκεί αλλά και το βιβλιοπωλείο ‘Χαρτομάνι’ στο Ωραιόκαστρο.

Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012

Τριστάνος και Ιζόλδη


                              Τριστάνος και Ιζόλδη. 
       Κατά το μύθο, ο Τριστάνος που είχε απαχθεί ορφανός από τους πειρατές, απελευθερώνεται από το θείο του και βασιλιά της Κορνουάλης, Μάρκο. Στη γεμάτη από γενναιότητα και ηρωισμούς ζωή που θα ακολουθήσει, ο Τριστάνος αναλαμβάνει να ταξιδέψει στην Ιρλανδία, με σκοπό να ζητήσει εκ μέρους του βασιλιά θείου του, το χέρι της πριγκίπισσας Ιζόλδης της Ξανθής.
Μόνο που κατά την επιστροφή τους, πίνουν και οι δύο από λάθος, ένα μαγικό φίλτρο που προκαλεί αιώνιο έρωτα. Έτσι, απατούν το βασιλιά, μα ο Τριστάνος για να λυτρωθεί από τον έρωτα του, παντρεύεται την Ιζόλδη τη Λευκώλενο.
Όταν κατόπιν εκείνος τραυματίζεται από δηλητηριασμένο βέλος, ειδοποιεί την Ιζόλδη τη Ξανθή να του φέρει το αντίδοτο που εκείνη κατέχει, με ένα πλοίο με λευκά πανιά. Η σύζυγος του όμως, η Ιζόλδη η Λευκώλενος, από ζήλεια ειδοποιεί τον τραυματία Τριστάνο, πως το πλοίο καταφτάνει με μαύρα πανιά, οπότε στην απόγνωση του εκείνος πεθαίνει. Λίγο μετά, πεθαίνει στο στήθος του και η Ιζόλδη μόλις είχε καταφτάσει.
                           Το τραγικό φινάλε του μύθου, από τον οποίο ο Ρ. Βάγκνερ εμπνεύστηκε ένα από τα σπουδαιότερα δράματα στην ιστορία της Όπερας, αποτέλεσε την ιδέα για το τελικό εξώφυλλο του ‘Ως Την Τελευταία Πνοή’, όχι μόνο ως ιδανικό αντικατοπτρισμό του απόλυτου έρωτα, αλλά και γιατί η απεικόνιση του τέλους στον πίνακα, ταυτίζεται τόσο αρμονικά με την πιο συγκλονιστική στιγμή του βιβλίου..

Τρίτη 17 Απριλίου 2012

Απόσπασμα από το '' Ως Την Τελευταία Πνοή ''


..σκέφτηκα ως μόνη διαφυγή το δρόμο για το νεκροταφείο, τουλά-
χιστον μέχρι να νυχτώσει, αφού ήταν αδύνατον σχεδόν να βρεις κά-
ποια διέξοδο προς τη θάλασσα. Ξεκινώντας για τη νότια πλευρά της
πόλης άκουσα το όνομά μου. Γύρισα και είδα τον καθηγητή τον Βε-
νετόπουλο καθισμένο στην εξώπορτα ενός σπιτιού της προκυμαίας
σαν κάτι να περίμενε. Τον πλησίασα με έκπληξη και αγωνία.
– Αλέξανδρε... παιδί μου, ο Μιχάλης; μου είπε αμέσως χωρίς κα-
μία ταραχή, κάτι που έκανε τα γόνατα και τη φωνή μου να τρεμου-
λιάσουν.
– Θα γυρίσει... Επιστρέφει με το λόχο του!
Κοίταξε εκείνος τις ματωμένες πατούσες μου, που μόλις που κα-
λύπτονταν απ’ τα κουρέλια, τη σκισμένη στολή, τις πληγές στο πρό-
σωπο, τα χέρια και τα πόδια και ατάραχα απάντησε:
– Θα τον περιμένω λοιπόν...
Τα μάτια του θάμπωσαν, μα εξακολούθησε να χαμογελά, ώσπου
ένα δάκρυ ξέφυγε στο πρόσωπό του.
– Όχι, κύριε καθηγητά! Εδώ κινδυνεύεις! είπα προσπαθώντας να
τον ανασηκώσω από το μπράτσο.
Τραβήχτηκε.
– Δε φοβάμαι να πεθάνω, Αλέξη μου! Τη γυναίκα μου την έκα-
ψαν... υπάρχουν πιο νέοι από μένα, που αξίζει να σωθούν... κι αφού
ο γιος μου είναι καλά, όπως λες πως είναι... δεν είναι; Η φωνή του
άρχισε να τρέμει.
– Είναι καλά... αλήθεια!
– Τότε θα με προλάβει εδώ!
Καθώς οι τσέτες πλησίαζαν, απομακρύνθηκα προς το νεκροτα-
φείο αφήνοντας τον καθηγητή καθισμένο σ’ εκείνο το κατώφλι. Μό-
νο τότε που πλησίαζα κατά κει κατάλαβα πως είχε νυχτώσει. Ο κα-
πνός απ’ τη φωτιά που έκαιγε την πόλη εκεί ήταν λιγότερος κι ο
λαιμός μου κάπως καθάρισε. Πέρασα την είσοδο του νεκροταφείου
και δίχως να πιστεύω είδα κόσμο ανάμεσα στους τάφους, γυναίκες
με τα παιδιά τους αγκαλιά και πολλά μικρά κορίτσια. Μια μάνα με
δυο αγόρια παρατήρησε πως αυτό που φόραγα ήταν το απομεινάρι
μιας στρατιωτικής στολής. Σηκώθηκε, έτρεξε καταπάνω μου και άρ-
χισε κλαίγοντας να με χτυπά στο στήθος μανιασμένα.
– Γιατί μας το κάνατε αυτό; Γιατί; Γιατί μας φέρατε τέτοιο κα-
κό;
Μα πόσα μπορούσα να της εξηγήσω; Κάποιες άλλες γυναίκες άρ-
χισαν να με κατηγορούν φωνάζοντας κι η μόνη μου λύση ήταν να
κρυφτώ προς το τέλος του νεκροταφείου, όπου και προσπάθησα να
πάρω μια ανάσα πλάι σ’ ένα σκαλιστό μαρμάρινο μνήμα.
Εκεί δίπλα όμως ήταν καθισμένο ένα κορίτσι το πολύ είκοσι δύο
χρονών.
– Κύριε, εδώ κρύβομαι εγώ με την αδερφή μου! Να πάτε κάπου
αλλού να κρυφτείτε! έκανε κρατώντας σφιχτά τα γόνατά της.
– Πού είναι η αδερφή σου; ρώτησα.
Αντί να απαντήσει, μου έδειξε το μνήμα! Έσυρα το πάνω μέρος
του κι αντίκρισα ανάσκελα μέσα κρυμμένο ένα κορίτσι κάπου δέκα
χρονών. Κρατούσε σφιχτά σφιχτά μια ξυλένια κούκλα τρέμοντας ολό-
κληρο.
– Κι εσύ; Θα μείνεις εδώ; έκανα στη μεγάλη ξανακλείνοντας το
καπάκι του τάφου.
– Δεν έχει άλλους τάφους ελεύθερους! Είναι όλοι πιασμένοι! Εγώ
θα κάτσω εδώ! Δεν τους φοβάμαι!
Η φωνή της ίσα που έβγαινε. Ύστερα κι απ’ αυτό ήμουν σίγου-
ρος πως ούτε στο νεκροταφείο υπήρχε ελπίδα για τους ζωντανούς.
Τα πόδια μου λύγισαν κοιτώντας εκείνο το κορίτσι. Λύγισαν στ’ αλή-
θεια. Σωριάστηκα αδύναμα κι αργά σύρθηκα για αρκετή ώρα ανά-
μεσα στα μνήματα κοιτώντας τα φοβισμένα πρόσωπα, ώσπου κατά-
φερα ξανά να βγω έξω. Πιο νότια ακόμη, προς την Καραντίνα,
κατάφερα αρκετή ώρα μετά να φτάσω σε μια ερημωμένη ακροθα-
λασσιά, όπου και σωριάστηκα πλάι στο νερό. Είδα τη Χρυσάνθη να
τσαλαβουτάει τα πόδια της σ’ αυτό φορώντας ένα θαλασσί φόρεμα,
που το ανασήκωνε μην το βρέξει, χαμογελώντας μου με νάζι, και θυ-
μήθηκα πως κάποτε κολυμπήσαμε σ’ εκείνη τη θάλασσα. Η τελευ-
ταία εικόνα των θείων μου μ’ έκανε να πιστεύω πως όλα ήταν ένα ψέ-
μα, ώσπου αδύναμα, λυτρωτικά, τα βλέφαρά μου βάρυναν.
– Ξύπνα, στρατιώτη! Σήκω!
Μ’ έσπρωξε βίαια το χέρι ενός ηλικιωμένου ψαρά.
Υποβασταζόμενος από κείνον σύρθηκα μέχρι την άκρη του νε-
ρού. Τα κουρέλια στις πατούσες μου ξετυλίχτηκαν μόλις βράχηκαν
κι η αλμύρα κατέκαψε τις πληγές μου κάνοντάς με να βγάλω μια
κραυγή πόνου.
– Κάνε κουράγιο να σ’ ανεβάσω επάνω! ψιθύρισε δείχνοντάς μου
το καΐκι του, που φωτιζόταν αμυδρά απ’ το λιγοστό φως του θαμπού
φεγγαριού.
Μ’ ανέβασε επάνω, μ’ ακούμπησε στην πρύμνη μπροστά απ’ το
μισοσκισμένο γαλανόλευκο σημαιάκι κι έβαλε μπρος τη μηχανή. Δί-
πλα μου, η γυναίκα κι η μικρή κόρη τους στην αγκαλιά της με κοί-
ταζαν σαν να ήμουν πλάσμα από έναν άλλο κόσμο.
– Τι έπαθε, μαμά, ο κύριος; μουρμούρισε με απορία το κοριτσά-
κι κρατώντας την σφιχτά απ’ την μπλούζα.
Εκείνη δεν απάντησε. Ταλαίπωρα, φοβισμένα γύρισε τα μάτια
της στα βόρεια του κόλπου. Οι κόρες τους φωτίστηκαν καθρεφτίζο-
ντας τη φωτιά που έκαιγε την πόλη. Οι φωνές του κόσμου ολοένα λι-
γόστευαν στ’ αφτιά μας, καθώς η πλώρη διέσχιζε το ανάλαφρο κύμα
του κόλπου, μέχρι που χάθηκε ολάκερη η Σμύρνη από τα μάτια μας,
πίσω από ένα μεγάλο συμμαχικό πλοίο. Ο δρόμος για τη Μυτιλήνη
ήταν ανοιχτός...

Δευτέρα 16 Απριλίου 2012

Περίληψη βιβλίου

Τέλη του 1916 ήτανε που έφτασα στη Σμύρνη να βρω μια καλύτερη τύχη. Όσα ακολούθησαν από κει κι ύστερα δύσκολα τα χωρά ο νους. Λέω, τα ’ζησα; Kι όμως τα ’ζησα… Το τέλος του Μεγάλου Πολέμου της Ευρώπης, το όραμα του Βενιζέλου, τις εθνικές μας προσδοκίες, αλλά και τα συμφέροντα, τις ψεύτικες υποσχέσεις, τον άσβεστο διχασμό και την καταστροφή. Πολέμησα, έζησα τον έρωτα, πλήγωσα, αγάπησα. Το ριζικό σου όμως θα το διαβαίνει πάντα η τύχη; Κι η αγάπη; Θα σε περιμένει για πάντα; Δεν είναι γραμμένα εδώ μέσα μονάχα όσα είδα, μα είναι κρυμμένη κι η ζεστή αγκαλιά Εκείνης. Γι’ αυτήν έτρεξα να προλάβω τη φωτιά. Αυτή είναι η ιστορία μου…