'>

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

Διαβάζοντας τις ''Άλικες Ζωές'' του Κώστα Βελούτσου



     Οι  «Άλικες Ζωές» του Κώστα Βελούτσου αποτελούν ένα οδοιπορικό σε μία σκοτεινή όσο και ταραγμένη περίοδο της Νεοελληνικής ιστορίας, αυτήν του Εμφυλίου πολέμου. Σε μία νοητή ευθεία τέμνονται καθοριστικές στιγμές του Ελληνισμού όπως η Μικρασιατική καταστροφή, η Γερμανική κατοχή, ο εμφύλιος αλληλοσπαραγμός. Μέσα από σχετικά ντοκουμέντα χρωματίζονται οι ιστορίες των ηρώων, όπως της Μάρθας, του Χριστόφορου, του Στέλιου, της Στέφης. Ιστορίες που χρωματίζονται ανεξίτηλα μιας και ζωές σαν αυτές «δε διαγράφονται ποτέ, ότι και αν κάνεις. Τις σέρνεις ασθμαίνοντας μαζί σου ως το θάνατο και ακόμη πιο μακριά..»

       
     Οι σκιές τους περιφέρονται στο περιβάλλον του συγγραφέα αλυσοδεμένες με τα πάθη τους, με τα μυστικά τους κρυμμένα σε φακέλους, με το βάρος των χρονικών συγκυριών που τις αγκαλιάζουν για πάντα. Γύρω τους ξετυλίγονται αναφορές σε γεγονότα , σε καταστάσεις και επεισόδια που κύριο φόντο έχουν τη Μυτιλήνη της εποχής εκείνης, όπως η Τσερκέζα, η στρατολόγηση, τα Κόκκινα Παιδιά, η Παιδούπολη της πόλης.


      Οι πιο ευαίσθητες πτυχές μιας δύσκολης εποχής προσεγγίζονται με μια συμπαγή, αφηγηματική γραφή και εστίαση σε καίρια γεγονότα, που για πολλούς κατοίκους του νησιού ίσως να είναι και ολότελα άγνωστα σήμερα, πράγμα που προσθέτει ένα ειδικό βάρος στο βιβλίο. Για τη συγκεκριμένη περίοδο είναι γνωστό πως έχουν γραφτεί αμέτρητα κείμενα, συχνά εμποτισμένα με τις προσωπικές θεάσεις και τα «πιστεύω» των δημιουργών τους, συχνά ως απόρροια προσωπικών βιωμάτων.
 
      Η διαφοροποίηση του Κώστα Βελούτσου έγκειται στην προσπάθεια του να διατηρήσει μια κατά το δυνατόν αμερόληπτη στάση, πρόθεση που αποσαφηνίζει ο ίδιος και στον επίλογο του. Εγείρει λοιπόν προβληματισμούς γύρω από σχετικά ζητήματα που παραμένουν επίκαιρα επί τόσες δεκαετίες μετά τα γεγονότα, όπως συνήθως συμβαίνει όταν κατακάθεται η σκόνη από τους καλπασμούς της Ιστορίας. 

       Είναι τολμηρή συνεπώς η προτεραιότητα που δίνει σε μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα χρόνια εκείνα, ως υλικό πρώτης τάξης για τη συγγραφή του βιβλίου. Μία ιδιαίτερα εύστοχη απορία τοποθετεί ο ίδιος ο συγγραφέας στις πρώτες σελίδες του: Άραγε θα έδειχναν τον ίδιο φανατισμό στο καταναλωτικό σήμερα, εκείνοι που συγκρούστηκαν με πάθος κάποιες δεκαετίες πρωτύτερα; Ερωτήματα σαν αυτά υποκινούνται με την ανάγνωση του βιβλίου και σε αυτά διαφαίνεται ίσως και η βασική του πρόθεση: να αποτελέσει μια «μαγιά» ως έναυσμα, μέρος ή συνέχεια μιας ενδελεχούς μελέτης για κάθε αναγνώστη – ερευνητή. 

        Οι Άλικες Ζωές του Κώστα Βελούτσου θέτουν ουσιώδη ερωτηματικά με διακριτικό, όσο και εύστοχο τρόπο. Αυτοί οι προβληματισμοί και η διέγερση της περιέργειας για την ίδια την αλήθεια, αποτελούν και την πεμπτουσία της δημιουργίας του.
                                      

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2015

"Τα παιδιά του ξινόγαλου" - Ηλίας Παπαγεωργίου


Από την πρώτη της γραμμή, η συλλογή διηγημάτων «Τα παιδιά του ξινόγαλου» διαβάζεται με περίσσεια άνεση και ευχαρίστηση. Ξεκινώντας από τα πρώιμα χρόνια του συγγραφέα και με την παραδοχή του πως «τα γεγονότα σε γενικές γραμμές είναι πραγματικά», προχωρά σε αναφορές στα μαθητικά χρόνια, στα ήθη και τα γνωρίσματα της επαρχιώτικης ζωής, στους τρόπους με τους οποίους αντιμετωπίζονταν θέματα και προβλήματα της ζωής περί τη δεκαετία του ΄50. Η ορεινή Ήπειρος της εποχής εκείνης, ιδιαίτερη πατρίδα του κ. Παπαγεωργίου, αποτελεί το επίκεντρο αυτής της όμορφης ξενάγησης, που με γλαφυρό τρόπο παρασύρει τον αναγνώστη στα μονοπάτια της.


«Οι καλαμποκιές, αν και απότιστες, ξηρκές, ήταν όλο ζωντάνια. Τα πλατιά και μακριά τους φύλλα σα γιαταγάνια ξεφύτρωναν γλυκά –γλυκά από το ρωμαλέο κορμό της καλαμποκιάς, ανέβαιναν ελαφριά προς τα πάνω και σιγά σιγά έγερναν σαν τις κάμαρες του γεφυριού της Άρτας.»


Μέσα από την απρόσκοπτη ροή των ιστοριών, ανάγλυφα αναδύονται κοινωνικά, παιδαγωγικά, λαογραφικά στοιχεία, δίνοντας ένα σύνολο που το χαρακτηρίζει μια αδιόρατη μα υπαρκτή συνοχή, με έντονα διδακτικό χαρακτήρα. Οι ήρωες του ξινόγαλου είναι εντελώς διαφορετικοί από τους ανθρώπους της εποχής μας. Ζουν εξοικειωμένοι με τη φτώχεια, την ανέχεια, την έλλειψη στοιχειώδους παιδείας, την αγριάδα της φύσης που τους περιβάλλει. Σε βαθμό τέτοιο που, αν πρόκειται να παραμεληθεί η βοσκή των αγελάδων εξαιτίας του διαβάσματος της γεωγραφίας, μια πατρική ευχή μπορεί να φτάνει στα όρια του αδιανόητου:


«Αχ! Παναγιάμ, να μην πετύχς!»


Τα πρόσωπα διακατέχονται από τις προκαταλήψεις του παρελθόντος, από την ακαλλιέργητη κρίση, από την εμπιστοσύνη στο δίκιο της επιβίωσης. Αυτού όπου μπροστά του η αξία της μάθησης ωχριά, με το δίκιο να γίνεται τυφλό και τον κανόνα να καταπνίγει τις εξαιρέσεις.


«- Να τ’ δώσω κανά βιβλίου να διαβάσ’.- Τι να του καμ, να μαθ’ ν’ αρμέει καλύτιρα τα πρόβατα;»


Τα περισσότερα από τα διηγήματα του πονήματος, διακατέχονται από μια σιωπηλή λαχτάρα. Το σαράκι για τα γράμματα που αθώα εμφανίζεται κι έπειτα συντροφεύει τον πρωταγωνιστή, ένα τεράστιο «δεκάρι» της δασκάλας στο τετράδιο, που με τα χρόνια αποτελεί τον έπαινο –οδηγό για το συγγραφέα και τους πνευματικούς του αγώνες. Το περιβάλλον παραμένει σκληρό, σαν τα τραχιά πρόσωπα των ανθρώπων γύρω του. Μέσα σε αυτό, διαμορφώνονται χαρακτήρες, συμπεριφορές, φυσικά ταλέντα που ξεπηδούν σαν αγριολούλουδα για να τσαλαπατηθούν από την ανάγκη της βιοπάλης, της σκληρής όσο και άδικης ζωής. Άδικης όμως τίμιας, σκληρής όμως αληθινής, με τις αλήθειες εκείνες που κάποτε ένα θεϊκό χέρι ορίζει πως χρειάζεται να τραβήξουν το δρόμο τους.


«Ου δάσκαλους Ηλία μου πι οτ’ ισύ πρεπ να μαθ’ς γράμματα!»


Λες και κάποια βλαστάρια είναι προαποφασισμένο να ξεφύγουν από την παρέα του ξινόγαλου, με τρανταχτή απόδειξη τον ίδιο τον πρωταγωνιστή, τη διαδρομή του στο χώρο της Ελληνικής παιδείας, το συγκροτημένο άνθρωπο – ιδιαίτερα για εκείνους που έχουν την τύχη να το γνωρίζουν από κοντά. Θα ήταν δυνατό να προσδώσουμε μια αλληγορική έννοια στο πόνημα του κ. Παπαγεωργίου. Τα παιδιά του ξινόγαλου ίσως να αποτελούν κάθε κλειστό, οικογενειακό ή κοινωνικό οικοδόμημα, οποιουδήποτε τόπου ή χρόνου, μέσα από τους «ασφυκτικούς» κανόνες του οποίου πάντοτε θα ξεπηδούν και θα δραπετεύουν οι μεγάλες φωτεινές εξαιρέσεις του κόσμου…




Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

''Βροχή πάνω στην πέτρα'' της Νατάσας Γκουτζικίδου



«Η πατρίδα μου είναι μια κουκίδα στο χάρτη, αλλά είναι όμορφη, γεμάτη θάλασσα, νησιά και γαλανό ουρανό..»

         Με απεικονίσεις σαν αυτήν, που εξυμνούν τις ομορφιές της πατρίδας, ξεκινά η "Βροχή πάνω στην πέτρα". Επίκεντρο της η Κρήτη και ο χρόνος κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ΄20. Από τις πρώτες σελίδες ξεδιπλώνονται τα χρώματα και τα αρώματα της Ελλάδας και μαζί τους ξεπροβάλλουν οι πρωταγωνιστές. Ο Μίνωας και η μητέρα του, φιγούρες μιας παραδοσιακής κρητικής οικογένειας, που φαινομενικά αποτελεί τον ανθρώπινο ιστό σε αυτό το ειδυλλιακό περιβάλλον. Φαινομενικά, γιατί από σελίδα σε σελίδα διαγράφεται ζωηρά η σκληρότητα του πατέρα, η διάκριση ανάμεσα στα παιδιά του, η απορία για τους λόγους που μπορεί να κρύβονται πίσω από μια τέτοια συμπεριφορά. Αυτό το συμπαθητικό αγόρι, ο Μίνωας, μοιάζει να στερείται την πατρική αγάπη και εύνοια κι ακόμη περισσότερο, να βρίσκεται στη μέση μιας σύγκρουσης, μιας οικογενειακής έριδας που μπορεί να επιζητά ακόμη και την απομάκρυνση του. Πόσο κακό ή πόσο αθώο μπορεί να είναι ένα τέτοιο παιδί; Ένας νεαρός που η φιλία του με τη Μάγια ρίχνει φως στα ιδανικά του, στον ευγενή του χαρακτήρα, στις ειλικρινείς του προθέσεις; Κι όμως, σα να πρόκειται για το καλό όλων, αυτό το μέλος της οικογένειας πρέπει να απομακρυνθεί.

       «Ο Μίνωας θα φύγει το συντομότερο δυνατό… όσο πιο μακριά τόσο πιο καλά…»

Ο πατέρας του κι εκείνος ο μυστήριος άντρας μοιάζουν να έχουν δίκιο. Ίσως και όχι. Aπό τη μία υπάρχει κάτι το σκοτεινό, κάτι κακό στη σκιά αυτού του παιδιού, τόσο που να δικαιολογεί αυτή τη συμπεριφορά. Μα από την άλλη, υπάρχει ο Μίνωας της αρετής, της αγνότητας, της φιλίας με τη Μάγια που ακροβατεί πάνω στα όρια ενός έρωτα.

        Προχώρησα στις σελίδες της «Βροχής» με τη Νατάσα Γκουτζικίδου να με διχάζει για το Μίνωα, μέχρι που διαπίστωσα πως αυτό δεν αποτελούσε τυχαίο γεγονός, παρά σκοπιμότητα: να χαίρομαι τη ξελογιάστρα θάλασσα που καταβρέχει την Κρήτη, μα να χαίρομαι διχασμένος, και να ταξιδεύω με το βαρκάκι της αφήγησης της, με ένα ερωτηματικό για προορισμό. Κι έτσι την αποδέχτηκα λοιπόν, με τη γλυκύτητα των περιγραφών της να ανταμώνεται και να αντιπαλεύει διαρκώς μια απρόβλεπτη, σκληρή πραγματικότητα. Δε βρίσκω πιο χαρακτηριστική αποτύπωση αυτής της αμοιβαίας συνύπαρξης από το παρακάτω σημείο:

«Το χάραμα άρχισε να γέρνει πάνω από το νησί και ένας χρυσοκόκκινος ήλιος πρόβαλλε καυτός μέσα από τη θάλασσα. Η πρωινή αχλύ ταξίδευε πάνω από τη στεριά, ενώ ο μονότονος ήχος από το κάρφωμα του ξύλου της αγχόνης περιπλανιόταν σα στοιχειωμένο πνεύμα ανάμεσα στα σπίτια του χωριού»

          Έχει καταφτάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και μαζί με αυτόν και οι Γερμανοί στην Κρήτη. Το πλεούμενο της Νατάσας Γκουτζικίδου κλυδωνίζεται από τις μάχες, με εκείνη τη μοναδική ικανότητα που το καταφέρνει η γυναικεία της πένα και με πινελιές νατουραλισμού ιδίως στη σκιαγράφηση των ντόπιων χαρακτήρων και συμπεριφορών. Οι άνθρωποι της Κρήτης δεν πτοούνται από τους κατακτητές, παραμένουν άκαμπτοι κι έτσι άκαμπτα μένουν και τα προϋπάρχοντα πάθη, οι έχθρες, οι φιλονικίες. Λες κι ο πόλεμος ο ίδιος είναι λίγος για να καταβάλλει τις ισχυρές εντάσεις, τις συναισθηματικές φορτίσεις, κάθε ντόπια «τιμή» που πρέπει να ξεπλυθεί ακόμη και με αίμα. Πρόσωπα περήφανα ακόμη και στον πόλεμο, που τα ξένα βόλια μοιάζουν για εκείνα, μόλις βροχή πάνω σε πέτρα.
Ο συγκερασμός της υποβόσκουσας αγάπης, του έρωτα και της νηνεμίας, με την τραχύτητα και τους αδιάβλητους, επίμονους χαρακτήρες, αποτελεί το δυνατό σημείο αυτού του βιβλίου. Στην άλλοτε κατάφωτη κι άλλοτε μυστηριώδη ή ζοφερή περιπλάνηση, συναισθάνθηκα παρουσίες σαν εκείνη του Χήθκλιφ μπρος στα απότομα βράχια των Ανεμοδαρμένων Υψών. Και στη μέση του πολέμου και της βεντέτας, μια φιλία σαν έρωτα, ένα μοναχικό νυχτολούλουδο, να παλεύει να αντέξει ανάμεσα στα αγκάθια, προσμένοντας να αντικρίσει την Ανατολή. Σαν τις ψυχές όσων ζητούν να αγγίξουν το φεγγάρι.

           Λάτρεψα την περιγραφή της Μάγιας εκείνη τη νύχτα στη θάλασσα.

«Παραπάτησε και γλίστρησε στο νερό, ενώ ένα κύμα την καπέλωσε. Τα μάτια της έτσουξαν από το αλάτι και τα έκλεισε ενστικτωδώς. Έπειτα ήρθε ένα ακόμη κύμα, πιο δυνατό από το προηγούμενο. Η θάλασσα είχε αγριέψει. Δεν ήταν η πρώτη φορά που άλλαζαν τα ρεύματα μέσα σε λίγα λεπτά. Είδε τα βράχια να ορθώνονται μπροστά της και κατάλαβε πως δε μπορούσε να τα βγάλει πέρα με τη βραδινή θάλασσα…» 


         Προς  το τέλος της ιστορίας, διαπίστωσα πόσο χαρισματικά καταφέρνει η Νατάσα Γκουτζικίδου, να χωρέσει πλάι πλάι την αγωνία, τη θλίψη μα και τη λύτρωση μαζί. Σαφώς με ένα από τα συγκλονιστικά αποσπάσματα της, πριν την αναπάντεχη αποκάλυψη:
«Ότι αγάπησα μου το πήρε ο πόλεμος. Ότι λάτρεψα μου το πήρε το μίσος. Ζω περιμένοντας το χρόνο να περάσει.(…) Θα θυμάμαι πάντα εκείνα τα δειλινά που έτρεχα να σε ανταμώσω, κοριτσόπουλο ερωτευμένο και να ξαποστάσω στην αγκαλιά σου..»

          Χωρίς να παρασυρθώ σε οποιαδήποτε λεπτομέρεια που ίσως αποκάλυπτε την απρόσμενη πλοκή της ιστορίας, θα σταθώ στο θάρρος της Νατάσας να τοποθετεί ιδανικά όπως της φιλίας, της αγάπης και του έρωτα, μέσα σε τοπία που περιέχουν βαθύ ρεαλισμό, μπολιάζοντας τα με επιδεξιότητα, με χάρη και τη δυναμική μιας δημιουργικής φαντασίας. Είναι ιδιαίτερη ευτυχία κάθε φορά που διαβάζω Νατάσα Γκουτζικίδου να ανακαλύπτω κάτι καινούριο, μαζί και την ολοφάνερη, διαρκή ωρίμανση της γραφής της. Ιδιαίτερα σε ένα βιβλίο σαν αυτό, οπού έπλεξε αρμονικά τον ερχομό της λυτρωτικής βροχής με τη σκληράδα μιας μυτερής πέτρας…



Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

Ο Κρυστάλλης και το όνειρο της βροχής - Κάκια Ξύδη




         Είναι αλήθεια πως όταν πήρα τον Κρυστάλλη της Κάκιας Ξύδη στα χέρια μου, το έκανα προορίζοντας τον ως δώρο για στενό συγγενικό πρόσωπο (Φώτης). Το γεγονός πως η επαφή μου με τα παιδικά παραμύθια είναι μικρή, πυροδότησε μια περιέργεια να διαβάσω το μικρό Κρυστάλλη, θέλοντας ομολογουμένως να ανιχνεύσω τη χροιά όσο και το ύφος της συγγραφέως στο συγκεκριμένο είδος. Εκείνο που με έκπληξη διαπίστωσα, ήταν η άνεση με την οποία κινείται η Κάκια Ξύδη μέσα στα φύλλα ενός βιβλίου για παιδιά. Η γραφή της διατηρεί ένα σταθερό και προσεγμένο τόνο, τόσο όσο χρειάζεται για να είναι ευχάριστο κι ευανάγνωστο στους μικρούς αναγνώστες όπου και απευθύνεται. Αυτή η ισορροπία δεν κλονίζεται σε κανένα σημείο της ιστορίας, γεγονός που επιδεικνύει εκτός από άνεση, την ωριμότητα και ευαισθησία που διακρίνει όχι μόνο τα γραπτά, αλλά και το χαρακτήρα και την προσωπικότητα της δημιουργού.       
         Έχοντας την τύχη να γνωρίζω την Κάκια Ξύδη, μπόρεσα να αντιληφθώ επακριβώς το νόημα του διαλόγου του μικρού Κρυστάλλη με τον Τσίμπα: «Ξέρεις πόσους αιώνες είμαι καθηλωμένος; Θέλω να φύγω, να γνωρίσω τον κόσμο..». Γνωρίζοντας το δραστήριο, ακούραστο κι ανήσυχο πνεύμα της συγγραφέως, όταν διάβασα τα παραπάνω χαμογέλασα. Όπως το ίδιο συνέβη όταν συνάντησα όλες τις μικρές ευαίσθητες παρουσίες αυτού του παραμυθιού, τη Δροσιά και τη Στεργιανή, τη Μαργαρίτα και τη Δροσοσταλίδα. Ακόμη και ένας κόκκος άμμου δεν είναι ποτέ ασήμαντος, ακόμη κι εκείνος χρειάζεται ένα «Μπάμπουρα» να τον ταξιδέψει, αρκεί να το αποζητά μέσα του. Κι ακόμη και ένας κόκκος μονάχα «αρκεί, για να φέρει μία ολόκληρη βροχή». Ο Κρυστάλλης δεν είναι μία ασήμαντη μονάδα στην αμμουδιά της ζωής. Είναι ικανός να φέρει την πολυπόθητη βροχή στον κόσμο και μαζί της ένα πλήθος από «αισιόδοξα μηνύματα» για ενήλικες, όπως την αξία της ευαισθητοποίησης, της συλλογικότητας, της προσπάθειας. Φτάνοντας στην τελευταία σελίδα, το πνεύμα αυτό του παραμυθιού σε κατακλύζει, καταφέρνοντας το με περίσσεια άνεση και ευστοχία. Ο Κρυστάλλης χαμογελά στους μικρούς του αναγνώστες, κλείνοντας ταυτόχρονα το μάτι και στους μεγάλους…