'>

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

Στο καλό ιστορικό μυθιστόρημα ..


Η δυσκολία σε ένα μυθιστόρημα που χαρακτηρίζεται ‘ιστορικό’, δεν έγκειται μόνο στην εγκυρότητα και ακρίβεια των πληροφοριών, την πιστή αποτύπωση της εποχής που αναφέρεται ή ακόμα στη σωστή, χρονικά, τοποθέτηση των γεγονότων. Χαρακτηρίζεται από μια ιδιαιτερότητα που εναπόκειται στο μέρος του γραπτού που θα αποτελέσει το μύθο. Δίχως αυτόν, μια ακριβής και λεπτομερειακή αναφορά στο παρελθόν, μπορεί να χαρακτηρίζεται βιβλίο ιστορίας, έρευνα ή ακόμη βιογραφία εάν επικεντρώνεται σε πρόσωπο, όχι όμως μυθιστόρημα.
           Όσα κι αν είναι τα στοιχεία που παρατίθενται, όσο ενδελεχής κι αν υπήρξε η έρευνα του μυθιστοριογράφου, αλλά και ακριβής η ιστορική πτυχή που φωτίζεται, έχει καλυφθεί το  μισό σκέλος της προσπάθειας: Γεγονότα, συνέπειες αποφάσεων, χρονολογίες, πρωταγωνιστές, παρασκήνιο, τοπωνύμια, πτυχές που φωτίζονται κατά την έρευνα, αποτελούν το ένα μόνο τμήμα του μυθιστορήματος.
Ο μύθος, που είναι το άλλο, ισορροπεί με το βάρος των υπολοίπων, καθώς η παρουσία του αποτελεί εξίσου ισχυρό θέλγητρο για τον αναγνώστη του είδους. Σε αυτό το σημείο ακριβώς, ο πήχυς της δυσκολίας αλλάζει θέση στους στυλοβάτες, αφού το λεπτότερο όριο της γραφής ιστορικών μυθιστορημάτων, είναι αυτή η εναρμόνιση του φανταστικού με το υλικό και τα αποτελέσματα της έρευνας. Οι ισορροπίες εδώ είναι  ευαίσθητες, δημιουργώντας διαδοχικά διλήμματα για το μυθιστοριογράφο: τα ιστορικά γεγονότα θα τοποθετηθούν αυτούσια μέσα στο μύθο ή θα ‘τροποποιηθούν’ για χάρη των πρωταγωνιστών στις σελίδες; 
Η μυθοπλασία θα ακολουθεί τη χρονική σειρά των γεγονότων ή θα κινείται ανεξάρτητα από αυτήν; 
Τυχόν αποκλίσεις από τα πραγματικά γεγονότα, θα πρέπει να πραγματωθούν μέσα σε αποδεκτά πλαίσια ή τότε μπορεί να αποτελέσουν απωθητικές ‘αλλοιώσεις’;
Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η τέχνη του μυθιστοριογράφου λειτουργεί συχνά σε βάρος της ‘ιστορικής πιστότητας’ διατύπωσε εύστοχα στο παρελθόν ο γάλλος συγγραφέας A.Gide, όμως μέχρι ποιο βαθμό είναι επιτρεπτό τούτο;
          Αρχικά, τα πραγματικά γεγονότα μπορεί να παρατίθενται με ορθότητα και σε συμφωνία με την εγκυρότητα των πηγών, εφόσον διατυπώνονται ως ένα πλαίσιο του παρελθόντος στο οποίο θα κινηθεί η φαντασία. Και τούτο, εξαρτάται πρωτίστως από την κρίση του συγγράφοντος.
Η χρονική τους σειρά, μπορεί επίσης να βαδίζει παράλληλα με το μύθο, όπως μπορεί ακόμη να μην τον ακολουθεί, αν η επιθυμητή για το συγγραφέα ροή, κάνει αυτή την ταύτιση αδύνατη.
Σε ότι αφορά τυχόν ‘στρεβλώσεις’ της ιστορικής ορθότητας για χάρη του μύθου, η απάντηση απαιτεί τη μεγαλύτερη προσοχή. Σε ένα πραγματικά πετυχημένο, ιστορικό μυθιστόρημα, ο δημιουργός του θα πρέπει να κατορθώσει το εξής επιχείρημα:  να μας πείσει για το έγκυρο και το ακριβές όσων διοχέτευσε στο κείμενο, στο επίπεδο εκείνο που να μπορεί τόσο ένας απλός αναγνώστης όσο και ένας ιστορικός, να του δικαιολογήσει σκόπιμες ‘αποκλίσεις’ από την αλήθεια.
Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ίσως η εντονότερη αύρα γοητείας τέτοιων βιβλίων: να μας μεταφέρουν με φωτισμένη ρότα στο πέλαγος του παρελθόντος, αλλά και με παρεμβάσεις  τέτοιες που να αποδεικνύονται ευφυείς, ευχάριστες εκπλήξεις (για περισσότερο αλλά και λιγότερο γνώστες της ιστορίας) ή ακόμη και διαφορετικές εκδοχές για το πώς θα μπορούσε να διαμορφωθεί η ιστορία, οδηγώντας μας όχι στην αμφισβήτηση του πραγματικού, αλλά στον υγιή προβληματισμό και τη διατήρηση του ενδιαφέροντος στην πλοκή του κειμένου.
         Έχοντας κατά νου τη φράση ‘την ιστορία τη συνθέτουν γεγονότα και ένα άρωμα εποχής’ θα ήταν συνετό να διατυπωθεί πως ‘το ιστορικό μυθιστόρημα το συνθέτουν α ρ μ ο ν ι κ ά γεγονότα, ένα άρωμα εποχής κι ένας εμπνευσμένος μύθος..’
Γιατί αν ένα έστω συστατικό από αυτά απουσιάζει, τότε θα γεννιούνται αμφιβολίες για το αν αυτό που κρατάμε στα χέρια μας, είναι εκείνο που πιστέψαμε όταν το επιλέξαμε ή κάτι εντελώς διαφορετικό.
Προσθέτοντας μία μονάχα λέξη στο γεμάτο αναζήτηση τίτλο της Laurence Cosse, ας συλλογιστούμε εκ νέου τα ανηφορικά τούτα μονοπάτια, που αποτελούν και τα θεμέλια των έργων του είδους, στρεφόμενοι με ευλάβεια και υπομονή προς αυτά.
Στο καλό –ιστορικό- μυθιστόρημα λοιπόν !

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2012

Ασυμφωνία εποχών

Επιστρέφοντας από τις διακοπές της, είχε κλεισμένα στις βαλίτσες της, ανακατεμένα πλέον, όλα τα ρούχα, τα προσωπικά της αντικείμενα, το μισοτελειωμένο μπουκαλάκι με το άρωμα, δύο πακέτα τσιγάρα που το ένα ήταν ολότελα άδειο, το μαγιό, μερικά κοχύλια που μάζεψε σε ένα μικρό γυάλινο δοχείο, τις αναμνήσεις από εκείνα τα ξέφρενα πάρτι στο beach bar της αγαπημένης της πλάζ και τυλιγμένο καλά σε ένα μισοσχισμένο αλουμινόχαρτο, το μαραμένο τριαντάφυλλο.
Πριν αγγίξει οτιδήποτε άλλο, τράβηξε το αλουμινόχαρτο, το ξετύλιξε, κοίταξε τα γερμένα του συρρικνωμένα φύλλα, τον κατάξερο του ανθό. Μια πνιγηρή μελαγχολία γέμισε την ανάσα της, ένας απροσδιόριστος λόγος που της υπενθύμισε ξανά ένα μόνο πράγμα: πως δεν είχε να θυμηθεί τίποτα. Απολύτως! Από όλα τα φλερτ, τα γέλια, το αλκοόλ, τα αστεία των φιλενάδων της, από όλα όσα έφερνε πάντα μαζί της κάθε τέλος καλοκαιριού, αυτή τη φορά δεν υπήρχε τίποτα. Σα να είχαν διαγραφεί όλα εκτός από ένα συμβάν τις πρώτες πρώτες μέρες των διακοπών, όπου ακουμπισμένη στο πάσο του καλοκαιρινού μπαρ, ακριβώς κάτω απ’ την πανσέληνο, ένας νεαρός την πλησίασε φορώντας ένα κατάμαυρο ρούχο με λευκό γιακά. Δε θα ήταν μεγαλύτερος της, ίσως και μικρότερος μάλιστα, με μάτια μικρού αγοριού, σχεδόν παιδικά, που αν δεν έστεκαν πάνω από εκείνο το σοβαρό στόμα, θα νόμιζες πως ήταν ένας έφηβος. Έτσι όπως στάθηκε μπροστά της, ήταν ολοφάνερο πως ήθελε να της μιλήσει, τόσο που οι φίλες της άρχισαν να κάνουν νόημα η μία στην άλλη γελώντας με υπαινιγμό.
Πράγματι, αυτός ο νεαρός άντρας, παράταιρος με την όλη ατμόσφαιρα αυτής της οριακά κουραστικής διασκέδασης, δίχως να τραβήξει στιγμή το βλέμμα του από εκείνη, την πλησίασε και με μια ελαφριά υπόκλιση της είπε:
- Είμαι πρίγκιπας! ο εκκωφαντικός ήχος των ηχείων, δεν της επέτρεψε να ακούσει με την πρώτη.
- Τι είπες; τον ρώτησε
- Είμαι πρίγκιπας! αυτή τη φορά άκουσε καθαρά, όπως και οι φίλες της. Ο ανόητος σκέφτηκε, μα πάντα να μου τυχαίνουν τέτοιοι βλάκες.
- Κι εγώ πριγκίπισσα είμαι! Του απάντησε σβήνοντας ταυτόχρονα το περίπου τελειωμένο της τσιγάρο. Οι φίλες ξέσπασαν σε τρανταχτά γέλια. Εκείνος εξακολουθούσε να την κοιτά.
- Το γνωρίζω! Απάντησε ατάραχα με φωνή κρυστάλλινη. Τα γέλια κόπηκαν. Εκείνη έψαξε μηχανικά το πακέτο με τα τσιγάρα και προτού τραβήξει από μέσα το τελευταίο, γιατί ένα υπήρχε, είδε ένα ανθισμένο, κατακόκκινο τριαντάφυλλο, που της έτεινε ευγενικά ο νεαρός άντρας. Τώρα η αμηχανία όλων ήταν ολοφάνερη. Της χαμογέλασε και μόλις έπιασε το λουλούδι στο χέρι της, προτού το καλοκοιτάξει, προτού σκεφτεί αν έπρεπε να γελάσει ή να τον ευχαριστήσει, ο πρίγκιπας είχε εξαφανιστεί.
Αυτό το απλό γεγονός ήταν ο λόγος που την έκανε να μη θυμάται τίποτε άλλο από εκείνες τις διακοπές. Εξακολούθησε να πηγαίνει κάθε βράδυ στο ίδιο μπαρ, στο ίδιο σημείο, την ίδια ακριβώς ώρα, για όλες τις υπόλοιπες μέρες, ακόμη κι όταν οι φίλες της διαμαρτύρονταν ζητώντας να πάνε σε κάποιο άλλο μέρος για να συνεχίσουν το ξεφάντωμα. Συνέχισε να κρατά το λουλούδι ώστε εκείνος να την αναγνωρίσει, ακόμη κι όταν αυτό άρχισε να μαραίνεται, μέχρι που οι φεγγαράδες αποσύρθηκαν στο βαθύ σκοτάδι του φθινοπωρινού ουρανού.
Δεν τον ξανάδε ποτέ. 
         Δε θα μπορούσε να τον ξανασυναντήσει.
                 Απλή ασυμφωνία εποχών...

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

Τριστάνος και Ιζόλδη


                              Τριστάνος και Ιζόλδη. 
       Κατά το μύθο, ο Τριστάνος που είχε απαχθεί ορφανός από τους πειρατές, απελευθερώνεται από το θείο του και βασιλιά της Κορνουάλης, Μάρκο. Στη γεμάτη από γενναιότητα και ηρωισμούς ζωή που θα ακολουθήσει, ο Τριστάνος αναλαμβάνει να ταξιδέψει στην Ιρλανδία, με σκοπό να ζητήσει εκ μέρους του βασιλιά θείου του, το χέρι της πριγκίπισσας Ιζόλδης της Ξανθής.
Μόνο που κατά την επιστροφή τους, πίνουν και οι δύο από λάθος, ένα μαγικό φίλτρο που προκαλεί αιώνιο έρωτα. Έτσι, απατούν το βασιλιά, μα ο Τριστάνος για να λυτρωθεί από τον έρωτα του, παντρεύεται την Ιζόλδη τη Λευκώλενο.
Όταν κατόπιν εκείνος τραυματίζεται από δηλητηριασμένο βέλος, ειδοποιεί την Ιζόλδη τη Ξανθή να του φέρει το αντίδοτο που εκείνη κατέχει, με ένα πλοίο με λευκά πανιά. Η σύζυγος του όμως, η Ιζόλδη η Λευκώλενος, από ζήλεια ειδοποιεί τον τραυματία Τριστάνο, πως το πλοίο καταφτάνει με μαύρα πανιά, οπότε στην απόγνωση του εκείνος πεθαίνει. Λίγο μετά, πεθαίνει στο στήθος του και η Ιζόλδη μόλις είχε καταφτάσει.
                           Το τραγικό φινάλε του μύθου, από τον οποίο ο Ρ. Βάγκνερ εμπνεύστηκε ένα από τα σπουδαιότερα δράματα στην ιστορία της Όπερας, αποτέλεσε την ιδέα για το τελικό εξώφυλλο του ‘Ως Την Τελευταία Πνοή’, όχι μόνο ως ιδανικό αντικατοπτρισμό του απόλυτου έρωτα, αλλά και γιατί η απεικόνιση του τέλους στον πίνακα, ταυτίζεται τόσο αρμονικά με την πιο συγκλονιστική στιγμή του βιβλίου..

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2012

στην άκρη της ..


ήλιος, βότσαλα, άμμος..

η ατόφια αίσθηση να βαδίζεις στην άκρη του νερού, 
        στο σμίξιμο της αύρας της με μυρωδιά από πεύκο, σ’ ένα αεράκι  μεθυστικό κι ανάλαφρο,

μια τελευταία βουτιά στο βαθύ μπλε της ελευθερίας,
        στο απέραντο, δροσερό πέρασμα της,

ένα λιόγερμα ν' αγκαλιάζει βελουδένια όλα τα θαλασσιά του ορίζοντα,               
        σφαλίζοντας στο δείλι του όνειρα από καλοκαίρι..

κι  ένα φεγγάρι τ’ Αυγούστου,
 ν' ακολουθεί τις τελευταίες ξυπόλητες δρασκελιές στην αμμουδιά, 
         ανάμεσα απ' όλα τούτα τα μεγάλα, 
                 τα τόσα λίγα που ζητά από μας η ευτυχία..