'>

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

Το διαρκές φλερτ του δείκτη.. (μέρος δεύτερο)

Ο Τρέχα είναι πρόσωπο υπαρκτό. Δηλαδή πρόσωπο που σουσουμιάζεται με τα υπόλοιπα πρόσωπα, απλά τυχαίνει αυτό να είναι το όνομα του. Ακούγεται αστείο, ναι, μα ούτε ο ίδιος αντιλαμβάνεται  πως ο Τρέχα είναι μια ολόκληρη γενιά. Πρόσφατα τον συνάντησα σε ένα πεζόδρομο στο κέντρο της πολιτείας μ' ένα χαρτοφύλακα στο αριστερό χέρι, το σκούρο ημιλαμέ κοστούμι που φοράει πάντα τα πρωινά και το ίδιο εκείνο τικ στο δεξί. Κάναμε χειραψία κι αμέσως πετάρισε απ' τα ακροδάχτυλα του το τικ, μια σπασμωδική, κυκλική κίνηση, επαναλαμβανόμενη και τρεμουλιάρα, που θα μπορούσε άψογα να ακολουθεί τη φράση 'βιάσου, λέγε γρήγορα' ή 'τώρα βρήκες; Τώρα βράστα..' μαζί με το ανακάτεμα του αέρα που κάνει η παλάμη. Μου απολογήθηκε αμέσως πως απλά του έρχεται αυτή η κίνηση του χεριού, πως δε σκόπευε να με προσβάλλει, κι εγώ έδειξα κατανόηση. Τον ρώτησα αν ήθελε να πάμε κάπου κοντά για ένα ζεστό καφέ και απάντησε θετικά, μα αμέσως επανέλαβε τη κυκλική κίνηση της παλάμης, σα να μην το εννοούσε. Φυσικά το φλιτζάνι του καπουτσίνο το σήκωνε με το άλλο χέρι όταν καθίσαμε, για να μην περιλουστεί τον καφέ. Συμφωνήσαμε να μιλήσουμε για κάτι αισιόδοξο, σύγχρονο κι επίκαιρο. Έτσι μείναμε για κάμποσα λεπτά αμίλητοι, βουβαμένοι, κοιτώντας τους περαστικούς να τρέχουν βιαστικοί για τις δουλειές τους. Αν δεν του έλεγα αυτό, πιστεύω πως μπορεί να μη μιλούσαμε καθόλου, γιατί κυλούσαν τα λεπτά της σιωπής κι ο Τρέχα δεν έχει άφθονα λεπτά να της χαρίσει. Του είπα πως υπήρχε μια εποχή, όχι πολύ παλιά (γιατί ο Τρέχα δεν πιστεύει στην ιστορία) που οι ζωές των ανθρώπων κυλούσαν όπως οι σταγόνες στην άκρη του σταλακτίτη, τόσο αργά, χωρίς τις σκοτούρες και τις ανησυχίες του σήμερα. Το χέρι του διαρκώς πετάριζε, μα έδειξε μεγάλη προσοχή όταν τα άκουσε, πως κάποτε οι άνθρωποι κοίταζαν τα πλάγια τους, αγαπιόντουσαν, ερωτευόντουσαν και κυρίως ονειρευόντουσαν δίχως να ζουν μέσα από μία οθόνη τα όνειρα τους. Πως το πιο περίεργο ήταν πως οι ανέσεις και οι ευκολίες, τότε ήταν ανύπαρκτες.
-Τι εννοείς; με ρώτησε με περιέργεια που ξεχείλισε.
-Πως δεν υπήρχαν ούτε αυτά εδώ! του απάντησα και του έδειξα τα κινητά μας τηλέφωνα, που ήταν ακουμπισμένα μπροστά μας. Το θεώρησε αδύνατο να υπήρξε τόσο δύσκολη εποχή, χωρίς όλα εκείνα που έκαναν τη ζωή πιο απλή. Συμφώνησα ως εκεί μα του εξήγησα πως η ζωή απλουστεύτηκε τόσο πολύ, τόσο γρήγορα, που έγινε αφόρητα απλή και αδρανοποίησε λειτουργίες του νου, στέρησε την έμπνευση, τη δημιουργία, την διαπροσωπική επαφή, τη κίνηση, εκτός από τη κίνηση του δείκτη στο mouse, την κίνηση που κανείς δε σκέφτηκε ως σύμβολο της εποχής. Αυτό το τίκι-τίκι και το μπροστά-πίσω του roll page, σα κώδικας μορς που αντικατέστησε στη μοναξιά του κουβέντες, φιλίες, συζητήσεις, μονοπωλώντας το ελεύθερο του χρόνου, κίνηση βέβαια που εκείνος κάνει με το αριστερό χέρι, είναι κατανοητό. Σκέφτηκε λίγο και επέμεινε πως δε μπορεί να πιστέψει πως εκείνη η εποχή είχε την ομορφιά της. Του ήταν αδύνατο να ζει χωρίς όλα αυτά και πίστευε μάλιστα πως ήταν τυχερός που ζει στα χρόνια μιας τέτοιας τεχνολογικής ανάπτυξης.
-Ακόμα κι αν όλα τρέχουν μπροστά από εμάς;
-Ακόμα κι έτσι! του έκαμα με νόημα, δείχνοντας του τα λιγοστά σύννεφα που χάιδευαν τις αγριωπές στέγες των κτιρίων, παιχνιδίζοντας με το λαμπερό κίτρινο του ήλιου.
-Εγώ δε βλέπω τίποτα! με διαβεβαίωσε και κούνησε το κεφάλι πέρα δώθε. Πήγα να του μιλήσω για κάποια χρόνια που θυμάμαι ακόμη, κι εκείνος, εντελώς ξαφνικά, τινάχτηκε σαν ελατήριο, κοίταξε την ώρα, μου είπε πως έπρεπε να είχε ήδη φύγει και μέχρι να απαντήσω χάθηκε ανάμεσα στους περαστικούς , που μυστηριωδώς φόραγαν τα ίδια ακριβώς ρούχα. Στη βιασύνη του είχε παρατήσει τον χαρτοφύλακα. Τον πήρα και περπάτησα βιαστικά προς το πλήθος να του τον επιστρέψω, μα καθένας που σταμάτησα έμοιαζε τόσο του Τρέχα, σα να είχε κλωνοποιηθεί. Όλοι εκείνοι που αποτελούσαν τους περαστικούς ήταν πανομοιότυποι, άρα θα ήταν ρίσκο να παραδόσω τον χαρτοφύλακα. Μου έμεινε στα χέρια, μέχρι που μπήκα στον πειρασμό να τον ανοίξω. Μέσα υπήρχε μονάχα ένα σημείωμα, ένα σημείωμα και τίποτε άλλο, που έγραφε λακωνικά:
'' Καλά όσα λες, αλλά βιάσου, άργησες.
Τρέχα ''

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

το συρτάρι με τις φωτογραφίες


..βρέθηκε σε ένα χώρο για άλλο λόγο κι άνοιξε τυχαία, σχεδόν άθελα.. από δύο χέρια που δεν ήξεραν πως μέσα σε αυτό θα έβρισκαν τα είδωλα τους, τα ίδια χέρια να απεικονίζονται σε ένα ‘πριν’ ξεχασμένο, αλλιώτικο και ξέθωρο..
Το συρτάρι ήταν γεμάτο φωτογραφίες. Κάποιες ο χρόνος θέλησε τόσο να τις φθείρει, που είχε καταφέρει να σβήσει από πάνω τους το πράσινο και το θαλασσί, αλλάζοντας τες, αφήνοντας μονάχα ένα γέρικο ασπρόμαυρο φόντο, βουτηγμένο σε μια ξεφτισμένη ανάμνηση.
Δεν τα κατάφερε με όλες. Οι περισσότερες ήταν σε τέτοια κατάσταση, σα να είχαν τραβηχτεί μερικές μέρες νωρίτερα. Άλλες είχαν πάνω τους ημερομηνίες μακρινές, έξι, δέκα, δεκατέσσερις χειμώνες και καλοκαίρια, που πέρασαν πάνω από τα είδωλα, με το μοναδικό εκείνο τρόπο που ξέρει ο χρόνος να ξεγελά. Τα χέρια ξαφνιάστηκαν. Ήταν πολλές, βαλμένες σε κιτρινιάρικα άλμπουμ και οι περισσότερες μέσα σε φακέλους με φίρμες καταστημάτων φωτογραφικών ειδών. Κοίταξαν τις πρώτες δειλά δειλά, σα να μην ήθελαν να προχωρήσουν στις επόμενες. Μα καθεμιά τους άνοιγε το δικό της παράθυρο στα χτες από ζωές αλλιώτικες, ξένοιαστες ή προβληματισμένες, ξεχασμένες ολότελα.
Σε αυτές τα χέρια κοίταζαν τον εαυτό τους επάνω διαφορετικό κι ολοένα τράβαγαν την επόμενη και την επόμενη φωτογραφία, πιο νευρικά, σαστισμένα, σα να ανακάλυπταν μόλις ένα θησαυρό, μία κρύπτη του γέρου-χρόνου, που κανείς δεν ήξερε ούτε θα απαντούσε αν έπρεπε να ανοίξει. Τότε όμως ήταν αργά για τα χέρια να σταματήσουν. Έβλεπαν τα δάκτυλα τους να απεικονίζονται πλεγμένα με άλλα δάκτυλα, κάποια τόσο γνώριμα και κάποια ξεχασμένα, με άγνωστο που θα μπορούσαν τώρα να βρίσκονται.
Εκείνη όμως, τη μοναδική τόση δα μικρή στιγμή του χρόνου, κατάφεραν νόμιζαν να τον ξεγελάσουν, κερδίζοντας μια θέση στην αιωνιότητα, που αν αυτός την ανακάλυπτε, ίσως να είχε κάψει το χαρτί τους, αποτελειώνοντας καθεμιά ξεχωριστά..
Το ξεχασμένο συρτάρι κατάφερε να τις κρατήσει κρυμμένες από αυτόν. Άθελα, με άγνοια τα χέρια είχαν ανοίξει μια κρύπτη, τώρα το γνώριζαν καλά και αυτό τα έκανε να τρέμουν, ανεμίζοντας τις φωτογραφίες ταραγμένα, με νοτισμένα τα δάκτυλα, με φόβο και αγωνία και στενοχώρια: έβλεπαν τα ίδια τους τα είδωλα που τώρα απεικονίζονταν να γελούν, σε εκείνες τια αυθόρμητες εικόνες, που ενώ ήταν τόσο γνώριμες, δε μπορούσαν να θυμηθούν το λόγο, τις κουβέντες που ειπώθηκαν, τη μαγεία της στιγμής εκείνης, που ο χρόνος καταδέχτηκε να αφήσει ζωντανή. Άλλωστε έχει εκατομμύρια από δαύτες, που γεννιούνται και πεθαίνουν γρήγορα, μέχρι που κάποιες του ξεφεύγουν, κρύβονται μέσα σε ένα συρτάρι και μένουν εκεί για πάντα. Τα χέρια κατάλαβαν πια τι είχαν ανακαλύψει, έκλεψαν κάμποσες από αυτές, τις έχωσαν βιαστικά σε ένα τετράδιο, βγήκαν από το δωμάτιο και δακρυσμένα έτρεξαν κρατώντας τες σφιχτά, μέχρι που ο χρόνος τις είδε στο φως κι έκανε να τις κάψει με ηλιαχτίδες τόσο καυτές, που αν δεν είχαν νοτίσει από δάκρυα, θα το είχε καταφέρει. Τα χέρια έφυγαν με ένα κομμάτι του θησαυρού κι ο χρόνος ενώ κατάλαβε, αρκέστηκε σε τούτο: να γελάσει δυνατά..