'>

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

απόσπασμα από τη ''Βαβέλ''



 Χάζεψα στην οθόνη την απεικόνιση της πτήσης, καταμεσής των δύο ηπείρων, και πίσω της όλες εκείνες τις ιριδίζουσες φου­σκίτσες, που σκορπίζονταν σαν προωθητικό αέριο, ένα καρουλια­στό σύννεφο χαμένων ερμηνειών, μια εναέρια μάζα από ανείπω­τες έννοιες.
Αποκοιμήθηκα σε άγνωστο χρόνο και όταν τα βλέφαρά μου τρεμόπαιξαν ξανά κοίταξα πάλι έξω. Όλα εκείνα τα συννεφάκια που χάζευα αποβραδίς, όλα τα χιονένια πλασματάκια είχαν ενω­θεί σε μια ενιαία μάζα. Ένα γιγάντιο στρώμα μπαμπακιού δέσπο­ζε από κάτω μας, απλωμένο ως εκεί που έφτανε το βλέμμα. Μια γκρίζα μάζα που σε διάφορα σημεία της χωριζόταν από λεπτές πτυχώσεις, από απότομα χωρίσματα και φουντωτούς σχηματι­σμούς. Ήθελα να περπατήσω πάνω τους, έμοιαζε πως αυτό το στρώμα θα με ανασήκωνε και θα με εκτίνασσε ψηλά, σαν ανθε­κτικό τραμπολίνο.
Αργά αργά από τα δεξιά, μια πορτοκαλένια απόχρωση διαπό­τισε το απέραντο νέφος. Στην άκρη του κόσμου ξημέρωνε. Το θέ­αμα ήταν μαγευτικό. Η καινούρια μέρα ερχόταν ασυγκράτητη μέ­σα από βαθιές αχτίδες, που επικάλυπταν τα σύννεφα, σχηματίζο­ντας μια θάλασσα από βουνοσειρές σε χρυσοκόκκινες αποχρώ­σεις. Πλησιάζαμε στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ως την ανταπόκριση για τις Νήσους Κέιμαν αισθανόμουν ακ­μαίος. Προσγειωθήκαμε με τη δεύτερη πτήση στον αερολιμένα Owen Roberts του Γκραντ Κέιμαν, λίγο μετά το μεσημέρι. Η τρο­πική ζέστη της Καραϊβικής μού προκάλεσε μια απότομη εφίδρω­ση. Τα ρούχα μου ήταν παραπανίσια γι’ αυτόν τον προορισμό, το γνώριζα και είχα προετοιμαστεί κατάλληλα. Επιβιβάστηκα στο μίνι-μπας που βρισκόταν εκεί για τους συμμετέχοντες του Φό­ρουμ, με τη συνοδεία του υπευθύνου, που με καλωσόρισε με εγκάρδια αμερικάνικη προφορά, και μεταφέρθηκα στο ξενοδο­χείο μαζί με δύο ακόμη αφιχθέντες.
Το Ritz Carlton δέσποζε μπροστά στην παραλία των «επτά μι­λίων», μια κολοσσιαία εγκατάσταση, ένα πολυώροφο ανάκτορο με πελώριους φοίνικες περιμετρικά και μια πισίνα σε σχήμα S, που μέσα της πλατσούριζαν ξένοιαστοι παραθεριστές. Το προσω­πικό της υποδοχής ήταν ευγενέστατο, υπήρξε ωστόσο μια χρονο­τριβή στην παράδοση της κάρτας συμμετέχοντος στο Φόρουμ, την οποία έπρεπε να κρεμάω στον λαιμό κατά τη διεξαγωγή των ομιλιών. Εγώ ένιωθα τον λαιμό ιδρωμένο και τον γιακά μουσκε­μένο αφόρητα. Χρειάστηκε να τους επαναλάβω για δεύτερη φο­ρά πως προερχόμουν από την Athlon στην Ελλάδα και αμέσως μετά και από αυτό μου παρέδωσαν την κάρτα, μου ζήτησαν συ­γνώμη για την καθυστέρηση και με οδήγησαν στη σουίτα.
Απελευθερώθηκα από τα ρούχα με βιαστικές κινήσεις, έκανα ένα γρήγορο ντους και έσπευσα στο υπνοδωμάτιο δροσισμένος. Ελευθέρωσα τις καρό κουρτίνες από τους φιόγκους που τις συ­γκρατούσαν προσεκτικά στις άκρες, το φως λιγόστεψε ικανοποι­ητικά κι έπεσα μονοκόμματος στο αφράτο κρεβάτι. Βυθίστηκα σ’ έναν αναζωογονητικό δίωρο ύπνο, που διακόπηκε από τα ηχηρά χτυπήματα στην πόρτα της εισόδου. Είχα ξεχάσει να κρεμάσω το «μην ενοχλείτε» απέξω, αν και αυτό δε θα άλλαζε κάτι εν προκει­μένω, διότι ήταν ο Νόβο.
Άνοιξα πρησμένος από τον ύπνο, φορώντας το μπουρνούζι του Ritz Carlton και τις σαγιονάρες. Με κοίταξε από την κορυφή ως τα νύχια και αναφώνησε:
«Ακόμη δεν ήρθες και έμπασες μέσα γυναίκα;»
Γέλασα δυνατά, άνοιξε τα χέρια διάπλατα, αγκαλιαστήκαμε.
«Wellcome, παλιόφιλε!» του είπα μισά στα αγγλικά, μισά στα ελληνικά.
Τον έβαλα μέσα, έδειχνε ενθουσιασμένος που συναντηθήκα­με και όχι ιδιαίτερα αλλαγμένος από την τελευταία φορά που τον είχα δει.
«Διάβασες το πρόγραμμα του Φόρουμ;»
«Δεν πρόλαβα, έπεσα ξερός στον ύπνο!»
«Το πρωί ομιλίες για offshore, ομόλογα, καταπιστεύματα, το βράδυ άφθονο ριμπέλιουμ, ντύσιμο μπουκανιέρων και ξέφρενες πειρατίνες!»
Μάλλον δεν είχε αλλάξει καθόλου. Μιλήσαμε περί ανέμων και υδάτων, για το ταξίδι μου, για το κλίμα στην Ελλάδα, για τη ζωή στις Ηνωμένες Πολιτείες. Κατόπιν αποφασίσαμε να κατέβουμε μαζί για φαγητό. Με διαπερνούσε μια επιτακτική λιγούρα, μια αδημονία να γεμίσω το στομάχι μου.
Το προσωπικό του ξενοδοχείου στην τραπεζαρία ήταν ευγενέ­στατο και διακριτικό. Ο υψηλός επαγγελματισμός χαρακτήριζε τα Κέιμαν και στον χρηματοοικονομικό τομέα, με βάση τη φιλο­σοφία «γνώρισε τον πελάτη σου». Με μόλις τριάντα δύο χιλιάδες κατοίκους, τα νησιά ήταν πόλος έλξης για σχεδόν εξακόσιες τρά­πεζες, που είχαν λάβει άδεια για εργασίες στη δικαιοδοσία τους. Πολλές από αυτές είχαν μόνιμες εγκαταστάσεις στα Κέιμαν. Όσο για το συνολικό κεφάλαιό τους... 420 δισεκατομμύρια, κυρίως κα­ταθέσεις! Επιπλέον, ουκ ολίγες ασφαλιστικές και ναυτιλιακές εί­χαν ρίξει άγκυρα στην περιοχή, με τη διευκόλυνση του νομοθετι­κού συστήματος, που συμβάδιζε με το βρετανικό.
Με παρέα τον Νόβο γευμάτισα στο δεύτερο μεγαλύτερο εξω­χώριο χρηματοοικονομικό κέντρο παγκοσμίως. Την πρωτιά την είχε το Χονγκ Κονγκ. Πριν τερματίσω κι εγώ πρώτος με διαφορά το φαγητό μου, έλαβα την πρώτη υπερατλαντική κλήση.
Ήταν η Ουρανία. Με ρώτησε αν έφτασα καλά, πώς ήταν το ταξίδι, μου είπε πως της έλειπα. Της απαντούσα με την προσοχή μου στραμμένη στα πιάτα.
«Και πότε ξεκινά το Φόρουμ;»
«Αύριο το πρωί».
«Να προσέχεις».
Ο Νόβο επιτάχυνε στο μεταξύ τις μπουκιές του, προσπαθού­σε φανερά να ανακτήσει το χαμένο έδαφος. Εκείνη είχε και τη διάθεση να αναπολήσει την τελευταία φορά που κάναμε έρωτα, το βράδυ μετά την επίσκεψη στον πατέρα της, τον Ιάκωβο, στην Κηφισιά. Μου ήρθε κάτι σαν παλινδρόμηση, ίσως και να μου το θύμιζε εξεπίτηδες για να βγάλω όσα είχα φάει, ιδιαίτερα τα αμά­σητα.
Όταν κλείσαμε το τηλέφωνο, ο Νόβο μού έριξε μια σοβαρο­φανή ματιά, προφανώς έχοντας καταλάβει πως με πήρε η γυναί­κα μου. Δεν είχα καμία όρεξη να το σχολιάσω.
Το απογευματάκι μάς βρήκε να ρεμβάζουμε στο λόμπι του ξε­νοδοχείου. Βεβαίως ήταν και αυτό ένα κομμάτι της δουλειάς. Γνω­ρίζαμε πως με τις τελευταίες πτήσεις θα κατέφθαναν σημαίνοντα πρόσωπα, όχι μόνο στελέχη, όπως εγώ και ο Νόβο, αλλά και οι χένγουι, άτομα υψηλής αξίας, πολυεκατομμυριούχοι, δισεκατομ­μυριούχοι, πιθανοί μελλοντικοί πελάτες, πετρελαιάδες, εφοπλι­στές, μεγαλοεπιχειρηματίες. Πολλοί θα ερχόντουσαν με προτε­ραιότητα τις διακοπές τους στο Γκραντ Κέιμαν και το Διεθνές Φό­ρουμ ήταν απλώς μια καλή αφορμή. Τους αντιλαμβανόσουν από την κινητοποίηση στους χώρους γύρω από την είσοδο, προτού ακόμη φανούν οι ίδιοι.Το προσωπικό της υποδοχής καταλαμβα­νόταν από υπερκινητικότητα, κατόπιν εισέρχονταν κοντοκουρε­μένοι σωματοφύλακες με ακουστικά ενδοσυνεννόησης στο αφτί. Έπειτα έφταναν και τα αφεντικά τους, ρίχνοντας μια σύντομη μα­τιά τριγύρω ή και χωρίς να κοιτάξουν καθόλου.
Για τους ίδιους, ο ερχομός στα Κέιμαν για το Φόρουμ ήταν ένας ακόμη προορισμός, όπως και το Κινηματογραφικό Φεστι­βάλ στις Κάννες, τα Όσκαρ ή το Νταβός, το Σαν Βάλεϊ ή η Εβδο­μάδα Γουίμπλετον στο Λονδίνο. Πολλοί εξ αυτών ήταν μέλη κλει­στών κλαμπ ανά τον κόσμο, όπως του Hurlingham στο Λονδίνο, του Silencio του Παρισιού ή του Core στη Νέα Υόρκη, με συνδρο­μή δεκαπέντε χιλιάδες δολάρια τον χρόνο και κόστος εγγραφής τα πενήντα. Άλλοι με επαύλεις σε όλο τον κόσμο, διοργανωτές κλειστών πολυτελέστατων πάρτι, με δεκάδες κοριτσιών για συ­ντροφιά τους. Ορισμένοι είχαν μόλις πεταχτεί από το νησί Calivigny της Γρενάδας, στα βορειοανατολικά της Βενεζουέλας, με κόστος διαμονής τα πενήντα χιλιάδες δολάρια τη βραδιά.
Για όλους αυτούς η άφιξή τους σήμαινε πρώτα διασκέδαση, για εμάς ήταν πρώτα δουλειά. 


Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

"Για σένα μόνο" της Νατάσας Γκουτζικίδου



Η Νατάσα Γκουτζικίδου επιστρέφει δυναμικά, αφήνοντας πίσω κάποιους από τους παραδοσιακούς, τους «σκληρούς» χαρακτήρες του προηγούμενου έργου της και καταθέτοντας μία σύγχρονη ιστορία, με πρωταγωνιστές τη Βίκυ και το Μάνο. Με επίκεντρο τον τόπο καταγωγής, μία περιοχή του Έβρου, περιγράφεται ο έρωτας των δύο ηρώων, μία ιστορία που οι ρίζες της βρίσκονται στη φιλία των παιδικών τους χρόνων. Στο φόντο της, ένα τροχαίο ατύχημα, ένα τραγικό γεγονός που ακολουθεί, πλησιάζοντας ολοένα εγγύτερα τη Βίκυ, σαν το προοίμιο μίας πολύ άσχημης εξέλιξης.

«Οι μνήμες έρχονται πάντα ακάλεστες»

Η αισθηματική ιστορία της Νατάσας Γκουτζικίδου, σύντομα φοράει το μανδύα ενός καλοστημένου αστυνομικού μυθιστορήματος, που πλαισιώνεται με μυστήριες συμπτώσεις, με ανεξήγητα γεγονότα και αλλόκοτα περιστατικά που ισορροπούν ανάμεσα σε πραγματικότητα και φαντασία. Η γνώριμη δεξιοτεχνία της Ν. Γκουτζικίδου δίνει το παρόν της και πάλι, προσθέτοντας στοιχεία μεταφυσικού θρίλερ, δημιουργώντας ένα απολαυστικό βιβλίο με έντονο σασπένς και εξέλιξη. Πρόκειται όντως για γεγονότα πέραν της ανθρώπινης λογικής ή μήπως οι άνθρωποι θεωρούν αλλόκοτο ότι δε μπορούν να εξηγήσουν;



Από τις στιγμές που προσωπικά ξεχώρισα, η σκηνή της Βίκυς και του Μάνου στη θάλασσα, μία  ξεχωριστή, ιδιαίτερη ερωτική σκηνή, όπως επίσης και το ημερολόγιο του αστυνομικού, που με αριστοτεχνικό τρόπο δίνει ορισμένες εξηγήσεις, φουντώνοντας την περιέργεια αντί να την καταλαγιάζει, ιδιαίτερα ως προς το τι επιφυλάσσει το τέλος. Ένα φινάλε που όσο πλησιάζει περιπλέκεται με τρομακτικές αναμνήσεις και απρόβλεπτα γεγονότα, με κορύφωση την τελική ανατροπή.

Το «Για σένα μόνο» είναι ευκολοδιάβαστο, με γρήγορη πλοκή, χωρίς περιττές παραγράφους και γεμάτο από σκηνές που αποδεικνύουν την πλούσια φαντασία της δημιουργού, την ικανότητα της να κινείται στο περιβάλλον του μυθιστορήματος με άνεση, με μοναδική ικανότητα να δημιουργεί πλοκή αλλά και να τη διατηρεί κατά την πορεία των εξελίξεων. Τέλος, απόλαυσα πραγματικά κάποιες χιουμοριστικές «πινελιές», σε φράσεις κυρίως διαλόγων, που καθώς τυχαίνει να γνωρίζω τη συγγραφέα, ξέρω πως αποτελούν στοιχεία του προσωπικού της χιούμορ.
Προσθέτοντας ένα ακόμη μυθιστόρημα στο πλούσιο έργο της, η Νατάσα Γκουτζικίδου, αποδεικνύει το ταλέντο, την ανεξάντλητη φαντασία και το μεράκι με το οποίο αφήνει το δικό της στίγμα, στο μεγάλο στοίχημα της γραφής.

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Ο Π. Τουρλής γράφει για το "ο θίασος της Μαριάννας Μαλτέ"

Η Μαριάννα Μαλτέ είναι μια κοπέλα που χάνει τον άντρα της στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 και ζει με τους γονείς της στο Στεφάνι, ένα χωριό κοντά στο Κορωπί. Με την επέλαση των Γερμανών, ο αδερφός της επιστρέφει στο χωριό και σύντομα εντάσσεται στην Εθνική Αντίσταση, οπότε κρύβεται στην Αθήνα. Μαζί με τον Αντώνη όμως βρίσκει καταφύγιο στο χωριό και ο Στρατής, παλιός έρωτας της Μαριάννας, και τα αισθήματα αναζωπυρώνονται. Η Μαριάννα ακούει μόνο την καρδιά της και τους ακολουθεί στην Αθήνα. Ο πόλεμος, η Εθνική Αντίσταση, η μοίρα, θα χωρίσει το ζευγάρι, χαρίζοντας για πάντα τη θλίψη στο βλέμμα της κοπέλας.

Η θεία της, έχοντας συγκροτήσει έναν περιπλανώμενο θίασο, την πείθει να τους ακολουθήσει και να βοηθάει όπου και όσο μπορεί, οπότε σύντομα η Μαριάννα γνρίζει έναν καινούργιο έρωτα. Κανείς όμως δεν ειναι αυτό που δείχνει, οι συνθήκες είναι πολύ σκληρές και απάνθρωπες για να βλαστήσει με ηρεμία ένα ξένοιαστο μέλλον και αυτή είναι η ιστορία της γνωστής και διάσημης ηθοποιού Πέπης Ζαφείρη.

Το μυθιστόρημα είναι υπέροχο αν και κάπως αργό. Αυτά που περιέγραψα πριν είναι μόνο η αρχή της ιστορίας, η οποία είναι γεμάτη ανατροπές, δράση, μυστικά, προδοσίες και πάμπολλα ερωτηματικά που περιμένουν τον αναγνώστη να τα ακουλουθήσει ως την απάντησή τους. Ο κύριος Γιαντάς αναλύει μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας και τους χαρακτήρες και τους τόπους δράσης των πρωταγωνιστών, χαρίζοντάς μας ένα λεπτοδουλεμένο ψυχογράφημα, πολλές φορές εις βάρος της πλοκής και της εξέλιξής της. Τα πώς και τα γιατί, η δράση και η αντίδραση, τα κίνητρα και οι συνέπειες είναι όλα άψογα εξυφασμένα και δείχνουν τη λεπτομερή ματιά του συγγραφέα στη ζωή και την ικανότητά του να πλάθει μοναδικούς, ολοζώντανους, τρισδιάστατους χαρακτήρες.

Ο πατέρας της Μαριάννας, εξέχον μέλος του κοινοτικού συμβουλίου, κάνει κάποιες περίεργες κινήσεις, έρχεται σε υπερβολικά κοντινή επαφή με τους κατακτητές, δείχνει ψυχραιμία για τις δύσκολες καταστάσεις, σε βαθμό αδιαφορίας. Είναι τελικά μαυραγορίτης ή δοσίλογος; Είναι συμπτώσεις τα γεγογνότα που οδηγούντ η Μαριάννα σε αυτές τις υποψίες ή σκευωρία; Από την άλλη, στην Αθήνα, ο Αντώνης και ο Στρατής, αλλά και έτερα μέλη της Εθνικής Αντίστασης, είναι όλοι τους υποταγμένοι στον κοινό σκοπό της ελευθερίας; Ποιος προδίδει τα σχέδιά τους και γιατί; Πώς καταφέρνει ο θίασος να δίνει παραστάσεις εκτός Αθηνών, να μετακινείται σε κατεχόμενο έδαφος και πώς επιβιώνει από οικονομικής άποψης; Όταν μπαίνει η ζήλια στη μέση, πόσο δυνατή είναι ώστε να καταστρατηγήσει κάθε ιδέα πατριωτισμού και να οδηγήσει τον άνθρωπο σε μονοπάτια που αποφεύγει ο νους;

Μια υπέροχη ιστορία με αληθινούς χαρακτήρες, πραγματικές καταστάσεις κινδύνου, πατριωτισμού και αγωνίας, με πολλά περιστατικά της Εθνικής Αντίστασης να καταγράφονται τεκμηριωμένα και να επηρεάζουν τις ζωές των ηρώων, ένα διαφορετικό ψυχογράφημα γεμάτο αγωνία και ανατροπές από έναν συγγραφέα που αμέσως μετά μας χάρισε το αξεπέραστο «Αύριο» ενώ πριν δοκιμάστηκε στην επιστημονική φαντασία με το «Mindland». Έχω μια μικρή ένσταση για το αισιόδοξο και σχετικά «εύκολο» τέλος, που τιμώρησε μεν κάποιους αλλά όχι όπως εγώ θα το ήθελα!

Πάνος Τουρλής (αναδημοσίευση από Captainbook.gr)