'>
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Απριλίου 2020

Ο εγκλεισμός του λογοτέχνη

Ο λογοτέχνης δε μπήκε ξαφνικά σε
καραντίνα: ήταν ήδη. Δεν τον απασχολεί ο εγκλεισμός. 

Αντιθέτως τον έχει ανάγκη για να προσηλώνεται στο έργο του. 
Δεν τον σκοτίζουν ανούσιες κοσμικότητες.
Την κοσμική ζωή τη φτιάχνει και τη χαρίζει πλουσιοπάροχα στους ήρωες του. Το να δοκιμάζει διαρκώς νέες συγκινήσεις, τον αφήνει αδιάφορο. 
Έχει συνθηκολογήσει με το χρόνο. 
Δεν είναι ένας "δοκιμαστής" της ζωής, πότε δω και πότε κει, παρασυρμένος από την ταχύτητα του κόσμου. 
Ο πραγματικός λογοτέχνης είναι αναπόφευκτα εσωστρεφής. Τώρα που όλα σταμάτησαν και οι δρόμοι άδειασαν, αυτός θέλει να περπατήσει έξω. Απλώς για να αναπνεύσει την ερημιά και τον καθαρό αέρα.

Σάββατο 21 Μαρτίου 2020

Η καταδίκη κάθε δημιουργού



             Η γραφή αποτελεί ελευθερία, μαζί και ανάγκη, μία εσωτερική επιθυμία που απώτερος σκοπός της μοιάζει να είναι η λύτρωση του δημιουργού. Μόνο που δε φαίνεται να υπάρχει ακριβής απάντηση στο γιατί ένας συγγραφέας περιπλανιέται σε πυκνογραμμένα χειρόγραφα ή γιατί ένας ποιητής αναζητά διαρκώς τον επόμενο στίχο.

             Ίσως η γραφή μπορεί να παρομοιαστεί με έναν έρωτα, που απέχει αρκετά από την ανθρώπινη εκδοχή και πραγμάτωση: δεν υπάρχει κάποια κορύφωση, κάποιο χαρούμενο τέλος, ούτε οδηγεί στην απόκτηση φυσικών απογόνων, παρά μένει ανολοκλήρωτος, μία διαρκής αναζήτηση του άφταστου το οποίο αποτελεί τον μόνο προορισμό.

            Το πάθος της γραφής ολοκληρώνεται με τη συνειδητή μη–ολοκλήρωση και αυτή η διαρκής επανάληψη της προσπάθειας για το μη–εφικτό, είναι που του προσδίδει αθανασία. Η χαρά και η ευφορία απορρέουν μέσα από το κυνήγι του ανέφικτου, του ιδεατού που στέκει διαρκώς ένα βήμα πιο πέρα, και αυτή η μικρή απόσταση – τόσο κοντά μα ανέγγιχτα, είναι που την ολοκληρώνει, έστω προσωρινά, μετατρέποντας την ικανοποίηση σε δυστυχία και αντίστροφα, στον κύκλο μιας αέναης επανάληψης.

            Στην ιδιαίτερη αξία της εγκεφαλικής διεργασίας, έγκειται και η ανωτερότητα αυτού του «έρωτα»: αποτελεί υπέρβαση κάθε σαρκικής και υλικής υπόστασης, προς κάτι νοερό και όμως πέρα από τα όρια του κόσμου όπως τον αντιλαμβάνεται ο μέσος άνθρωπος. Ο δημιουργός αργά ή γρήγορα στρέφεται στο κίνητρο, πρόσωπο ή πράγμα – που ενώ κάποτε μπορεί να του ήταν ασήμαντο, να το θεωρούσε  μεγάλο-λάθος, εκείνο κατάφερε να τον παρασύρει, τροφοδοτώντας την έμπνευση του. Κάθε κίνητρο που εμπνέει ένα συγγραφέα  ή έναν ποιητή, γίνεται αργά η γρήγορα πολύτιμο.

            Ο μόνος μεγάλος έρωτας κάθε δημιουργού είναι το ανολοκλήρωτο. Τη στιγμή που καθένας, μοιραία αναρωτιέται για το νόημα της ύπαρξης, οι δημιουργοί απλώνουν με αγωνία το χέρι τόσο που, ανεπαίσθητα σχεδόν, με τις άκρες των δακτύλων, κατορθώνουν να το ψηλαφίζουν. Με αυτήν την «καταδίκη του δημιουργού» περιπλανιέται κάθε εραστής της γραφής, όταν αναζητά την επόμενη ιδέα, όταν αγωνιά για τον επόμενο στίχο, ακόμα και όταν πασχίζει να τελειοποιήσει το ολοκληρωμένο γραπτό του. Το γνωρίζει, πως απέχει κάθε φορά ελάχιστο, τόσο μα τόσο λίγο, και είναι ακριβώς αυτή η γλυκιά αγωνία που δίνει ανυπέρβλητη αξία και νόημα στις απελπισίες, που κυριεύουν κάθε άνθρωπο, κάθε περαστικό στη βαθιά ματαιότητα του υλικού κόσμου.

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2013

Στην ποθούμενη λογοτεχνική αναγέννηση..



Εν μέσω των λιτών διακοπών και των ρεμβασμών του καλοκαιριού, μια πρόσφατη συζήτηση φίλων γύρω από το βιβλίο που κρυβόταν στις αποσκευές, θέριεψε σαν απότομο Αυγουστιάτικο μελτέμι.. Εκείνος, στη θέα και μόνο του πολύχρωμου εξωφύλλου, ανέφερε διάφορα περί «ροζ λαίλαπας» στο χώρο της λογοτεχνίας, ενώ εκείνη, αντέτεινε εξαρχής το βασικό της επιχείρημα: Παραδέχτηκε πως τη πλειοψηφία των τίτλων αποτελούν  ευκολοδιάβαστα, ανάλαφρα δημιουργήματα, (που πράγματι αποτελούν τη μεγάλη μερίδα του σύγχρονου βιβλίου.) ωστόσο, ακόμα και εκείνοι που αρέσκονται στα «άρλεκιν» ή κατά γενική ομολογία εύπεπτα αναγνώσματα, έχουν ένα ισχυρό θετικό στοιχείο: -διαβάζουν-. Άρα, από τη στιγμή που διατηρούν αυτή την επαφή με το χώρο, κανείς δεν αποκλείει μια μελλοντική μετάβαση τους σε πιο σημαντικά έργα, εκείνα που αποτελούν πραγματική τροφή για το μυαλό και το πνεύμα.


Είναι αλήθεια εφικτό κάτι τέτοιο σήμερα;


Αναμφίβολα η λογοτεχνία δε μένει ανέπαφη από τις εκάστοτε εξελίξεις του σύγχρονου κόσμου, καθώς και τα στοιχεία που συνθέτουν εκείνο που ονομάζουμε «κουλτούρα». Στα ευρύτερα, τα εκτός συνόρων μας πλαίσια, αξιόλογοι τίτλοι αυτού που οι λάτρεις της παλιάς σχολής αποκαλούν γνήσια λογοτεχνία, καταφέρνουν κι εξακολουθούν να ανθούν, κατακτώντας τη θέση που τους αξίζει, στις καρδιές σημαντικού μέρους αναγνωστών. Ξένα πεζογραφήματα κι εμπνεύσεις σύγχρονων δημιουργών, που ακόμη κι αν μεταφράστηκαν στη γλώσσα μας, παραμένουν σχεδόν ολότελα άγνωστα στο δικό μας τόπο. Πόσο περισσότερο -για να επιστρέψουμε εντός συνόρων- κοπιαστικές δημιουργίες σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων. Οι στομφώδεις κριτικές που διατείνονται μονίμως για τα ανεπανάληπτα έργα του Ελληνικού παρελθόντος, συχνά παραμελούν ένα απλό μα βασικό στοιχείο: τους μηχανισμούς και τα μύρια κύματα που πρέπει να αντιπαλέψει κάθε νέα, πηγαία ιδέα, μέσα στο τοπίο που εξετάζουμε.


Το αν η «λαίλαπα των ροζ βιβλίων» σαρώνει στο πέρασμα της τον τόπο, είναι οπωσδήποτε άξιο συζήτησης. Αποτελεί μια εγχώρια πραγματικότητα, δίχως αυτή η επισήμανση να υποβιβάζει το δικαίωμα του καθενός να διαβάζει αυτό που του αρέσει. Το ερώτημα που γεννιέται, είναι γιατί η πραγματική λογοτεχνία να παραγκωνίζεται σε τέτοιο βαθμό. Αξιοσημείωτη είναι η ειλικρινής παραδοχή εκδότη, για τη μαζική στροφή προς τους ευπώλητους «εύπεπτους» τίτλους. Υποστήριξε πως από τη δική τους πλευρά, αγνοήθηκε η αναγκαία πρόνοια για τη δημιουργία και διατήρηση ενός πιο εκλεπτυσμένου αναγνωστικού κοινού.


Ίσως ακόμη η αποχή των ανδρών από την ενασχόληση της ανάγνωσης, να αποτέλεσε εφαλτήριο ώστε τα βιβλία σήμερα να αποτελούν κατεξοχήν γυναικεία υπόθεση. Σε παράλληλη τροχιά, το μάρκετινγκ και οι τρόποι διοχέτευσης, προβολής και δημιουργίας «ευπώλητων τίτλων» σήμερα, οπωσδήποτε δε μπορούν να μην αναφερθούν.



Όμως αν τολμήσουμε να κοιτάξουμε ακόμη βαθύτερα, δε θα ήταν υπερβολή να πούμε πως στον τόπο μας, εδώ και πολλά χρόνια, η έννοια του βιβλίου ταυτίστηκε με αυτήν του «παραθαλάσσιου αξεσουάρ» και των διακοπών. Το «ανάλαφρο» επικράτησε, όχι μόνο λόγω των παραπάνω, μα αφού εναρμονίστηκε με το νεοελληνικό τρόπο ζωής, αυτόν της ξενοιασιάς, της απόλυτης γνώσης για το όλο, του δύστυχου μας νεοπλουτισμού, του κατακερματισμού της κοινωνίας.


Με άλλα λόγια, ο βαθύτερος κλονισμός των αξιών, δε θα μπορούσε παρά να αντικατοπτρίζεται και στην απομάκρυνση από το μυθιστόρημα, που οι σελίδες του στοχεύουν στην ψυχή μας.


Διανύοντας τους χρόνους των «οικονομικών πολέμων» οι κλυδωνισμοί και τα νέα δεδομένα στην κοινωνία, μας εξωθούν είτε στην καθήλωση και τη μοιρολατρία, είτε στην αναθεώρηση ή ακόμη και ριζοσπαστικοποίηση των θέσεων, των αντιλήψεων, της κοσμοθεωρίας μας. Η ιστορία το έχει αποδείξει τρανταχτά, πως κάθε βαθιά κρίση, μπορεί να οδηγήσει ένα λαό σε δύο διαφορετικά μονοπάτια. Το ένα είναι η έσχατη παρακμή και το άλλο μια ποθούμενη αναγέννηση. Ο δεύτερος, ο καλός «δρόμος» δεν αποτελεί καθόλου ουτοπική συσχέτιση με το θέμα που εξετάζουμε.


Αρκεί  να σκεφτούμε πως οι δύσκολοι καιροί, έδιναν πάντοτε έναυσμα για ουσιαστική πνευματική δημιουργία. Η πολύπλευρη κρίση της εποχής, προβληματίζει, απασχολεί, δεν αφήνει ανέπαφο κανέναν. Κυοφορεί η ίδια τα ερεθίσματα που μελλοντικά θα διαμορφώσουν τα νέα πρότυπα, ίσως νέα ρεύματα, μα και την αναγκαία στροφή ενός πλέον συνειδητοποιημένου αναγνώστη προς την ουσία του γραπτού λόγου. Τότε πια θα γίνει ορατή μια επάνοδος της γνήσιας λογοτεχνίας σε θέση που θα της αρμόζει.


Με τους –αναπόφευκτους- σύγχρονους τρόπους προβολής και ανάδειξης, ίσως μελλοντικά δούμε ένα νέο λογοτεχνικό άθλο στην κορυφή των καλύτερων, όχι από μια τυχαία ανατροπή, μα γιατί η ίδια η εσωτερική μας αναγέννηση θα το απαιτεί. Εκεί ακριβώς –για να απαντήσουμε και στο πρωταρχικό μας ερώτημα- θα είναι η στιγμή που και οι  αναγνώστες των εύκολων τίτλων, ενδεχομένως αποτολμήσουν μια σπουδαία μετάβαση προς το ουσιώδες της ανάγνωσης.
 Έστω κι αν το κίνητρο τους τότε θα παραμένει το ίδιο με τώρα : να προσθέσουν στη συλλογή τους το νέο best seller..

  
Δε θα είναι σε καμία περίπτωση «χαμένοι».

Σάββατο 25 Αυγούστου 2012

Στο καλό ιστορικό μυθιστόρημα ..


Η δυσκολία σε ένα μυθιστόρημα που χαρακτηρίζεται ‘ιστορικό’, δεν έγκειται μόνο στην εγκυρότητα και ακρίβεια των πληροφοριών, την πιστή αποτύπωση της εποχής που αναφέρεται ή ακόμα στη σωστή, χρονικά, τοποθέτηση των γεγονότων. Χαρακτηρίζεται από μια ιδιαιτερότητα που εναπόκειται στο μέρος του γραπτού που θα αποτελέσει το μύθο. Δίχως αυτόν, μια ακριβής και λεπτομερειακή αναφορά στο παρελθόν, μπορεί να χαρακτηρίζεται βιβλίο ιστορίας, έρευνα ή ακόμη βιογραφία εάν επικεντρώνεται σε πρόσωπο, όχι όμως μυθιστόρημα.
           Όσα κι αν είναι τα στοιχεία που παρατίθενται, όσο ενδελεχής κι αν υπήρξε η έρευνα του μυθιστοριογράφου, αλλά και ακριβής η ιστορική πτυχή που φωτίζεται, έχει καλυφθεί το  μισό σκέλος της προσπάθειας: Γεγονότα, συνέπειες αποφάσεων, χρονολογίες, πρωταγωνιστές, παρασκήνιο, τοπωνύμια, πτυχές που φωτίζονται κατά την έρευνα, αποτελούν το ένα μόνο τμήμα του μυθιστορήματος.
Ο μύθος, που είναι το άλλο, ισορροπεί με το βάρος των υπολοίπων, καθώς η παρουσία του αποτελεί εξίσου ισχυρό θέλγητρο για τον αναγνώστη του είδους. Σε αυτό το σημείο ακριβώς, ο πήχυς της δυσκολίας αλλάζει θέση στους στυλοβάτες, αφού το λεπτότερο όριο της γραφής ιστορικών μυθιστορημάτων, είναι αυτή η εναρμόνιση του φανταστικού με το υλικό και τα αποτελέσματα της έρευνας. Οι ισορροπίες εδώ είναι  ευαίσθητες, δημιουργώντας διαδοχικά διλήμματα για το μυθιστοριογράφο: τα ιστορικά γεγονότα θα τοποθετηθούν αυτούσια μέσα στο μύθο ή θα ‘τροποποιηθούν’ για χάρη των πρωταγωνιστών στις σελίδες; 
Η μυθοπλασία θα ακολουθεί τη χρονική σειρά των γεγονότων ή θα κινείται ανεξάρτητα από αυτήν; 
Τυχόν αποκλίσεις από τα πραγματικά γεγονότα, θα πρέπει να πραγματωθούν μέσα σε αποδεκτά πλαίσια ή τότε μπορεί να αποτελέσουν απωθητικές ‘αλλοιώσεις’;
Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η τέχνη του μυθιστοριογράφου λειτουργεί συχνά σε βάρος της ‘ιστορικής πιστότητας’ διατύπωσε εύστοχα στο παρελθόν ο γάλλος συγγραφέας A.Gide, όμως μέχρι ποιο βαθμό είναι επιτρεπτό τούτο;
          Αρχικά, τα πραγματικά γεγονότα μπορεί να παρατίθενται με ορθότητα και σε συμφωνία με την εγκυρότητα των πηγών, εφόσον διατυπώνονται ως ένα πλαίσιο του παρελθόντος στο οποίο θα κινηθεί η φαντασία. Και τούτο, εξαρτάται πρωτίστως από την κρίση του συγγράφοντος.
Η χρονική τους σειρά, μπορεί επίσης να βαδίζει παράλληλα με το μύθο, όπως μπορεί ακόμη να μην τον ακολουθεί, αν η επιθυμητή για το συγγραφέα ροή, κάνει αυτή την ταύτιση αδύνατη.
Σε ότι αφορά τυχόν ‘στρεβλώσεις’ της ιστορικής ορθότητας για χάρη του μύθου, η απάντηση απαιτεί τη μεγαλύτερη προσοχή. Σε ένα πραγματικά πετυχημένο, ιστορικό μυθιστόρημα, ο δημιουργός του θα πρέπει να κατορθώσει το εξής επιχείρημα:  να μας πείσει για το έγκυρο και το ακριβές όσων διοχέτευσε στο κείμενο, στο επίπεδο εκείνο που να μπορεί τόσο ένας απλός αναγνώστης όσο και ένας ιστορικός, να του δικαιολογήσει σκόπιμες ‘αποκλίσεις’ από την αλήθεια.
Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ίσως η εντονότερη αύρα γοητείας τέτοιων βιβλίων: να μας μεταφέρουν με φωτισμένη ρότα στο πέλαγος του παρελθόντος, αλλά και με παρεμβάσεις  τέτοιες που να αποδεικνύονται ευφυείς, ευχάριστες εκπλήξεις (για περισσότερο αλλά και λιγότερο γνώστες της ιστορίας) ή ακόμη και διαφορετικές εκδοχές για το πώς θα μπορούσε να διαμορφωθεί η ιστορία, οδηγώντας μας όχι στην αμφισβήτηση του πραγματικού, αλλά στον υγιή προβληματισμό και τη διατήρηση του ενδιαφέροντος στην πλοκή του κειμένου.
         Έχοντας κατά νου τη φράση ‘την ιστορία τη συνθέτουν γεγονότα και ένα άρωμα εποχής’ θα ήταν συνετό να διατυπωθεί πως ‘το ιστορικό μυθιστόρημα το συνθέτουν α ρ μ ο ν ι κ ά γεγονότα, ένα άρωμα εποχής κι ένας εμπνευσμένος μύθος..’
Γιατί αν ένα έστω συστατικό από αυτά απουσιάζει, τότε θα γεννιούνται αμφιβολίες για το αν αυτό που κρατάμε στα χέρια μας, είναι εκείνο που πιστέψαμε όταν το επιλέξαμε ή κάτι εντελώς διαφορετικό.
Προσθέτοντας μία μονάχα λέξη στο γεμάτο αναζήτηση τίτλο της Laurence Cosse, ας συλλογιστούμε εκ νέου τα ανηφορικά τούτα μονοπάτια, που αποτελούν και τα θεμέλια των έργων του είδους, στρεφόμενοι με ευλάβεια και υπομονή προς αυτά.
Στο καλό –ιστορικό- μυθιστόρημα λοιπόν !