'>
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΚΟΥΤΖΙΚΙΔΟΥ Ν.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΚΟΥΤΖΙΚΙΔΟΥ Ν.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

"Για σένα μόνο" της Νατάσας Γκουτζικίδου



Η Νατάσα Γκουτζικίδου επιστρέφει δυναμικά, αφήνοντας πίσω κάποιους από τους παραδοσιακούς, τους «σκληρούς» χαρακτήρες του προηγούμενου έργου της και καταθέτοντας μία σύγχρονη ιστορία, με πρωταγωνιστές τη Βίκυ και το Μάνο. Με επίκεντρο τον τόπο καταγωγής, μία περιοχή του Έβρου, περιγράφεται ο έρωτας των δύο ηρώων, μία ιστορία που οι ρίζες της βρίσκονται στη φιλία των παιδικών τους χρόνων. Στο φόντο της, ένα τροχαίο ατύχημα, ένα τραγικό γεγονός που ακολουθεί, πλησιάζοντας ολοένα εγγύτερα τη Βίκυ, σαν το προοίμιο μίας πολύ άσχημης εξέλιξης.

«Οι μνήμες έρχονται πάντα ακάλεστες»

Η αισθηματική ιστορία της Νατάσας Γκουτζικίδου, σύντομα φοράει το μανδύα ενός καλοστημένου αστυνομικού μυθιστορήματος, που πλαισιώνεται με μυστήριες συμπτώσεις, με ανεξήγητα γεγονότα και αλλόκοτα περιστατικά που ισορροπούν ανάμεσα σε πραγματικότητα και φαντασία. Η γνώριμη δεξιοτεχνία της Ν. Γκουτζικίδου δίνει το παρόν της και πάλι, προσθέτοντας στοιχεία μεταφυσικού θρίλερ, δημιουργώντας ένα απολαυστικό βιβλίο με έντονο σασπένς και εξέλιξη. Πρόκειται όντως για γεγονότα πέραν της ανθρώπινης λογικής ή μήπως οι άνθρωποι θεωρούν αλλόκοτο ότι δε μπορούν να εξηγήσουν;



Από τις στιγμές που προσωπικά ξεχώρισα, η σκηνή της Βίκυς και του Μάνου στη θάλασσα, μία  ξεχωριστή, ιδιαίτερη ερωτική σκηνή, όπως επίσης και το ημερολόγιο του αστυνομικού, που με αριστοτεχνικό τρόπο δίνει ορισμένες εξηγήσεις, φουντώνοντας την περιέργεια αντί να την καταλαγιάζει, ιδιαίτερα ως προς το τι επιφυλάσσει το τέλος. Ένα φινάλε που όσο πλησιάζει περιπλέκεται με τρομακτικές αναμνήσεις και απρόβλεπτα γεγονότα, με κορύφωση την τελική ανατροπή.

Το «Για σένα μόνο» είναι ευκολοδιάβαστο, με γρήγορη πλοκή, χωρίς περιττές παραγράφους και γεμάτο από σκηνές που αποδεικνύουν την πλούσια φαντασία της δημιουργού, την ικανότητα της να κινείται στο περιβάλλον του μυθιστορήματος με άνεση, με μοναδική ικανότητα να δημιουργεί πλοκή αλλά και να τη διατηρεί κατά την πορεία των εξελίξεων. Τέλος, απόλαυσα πραγματικά κάποιες χιουμοριστικές «πινελιές», σε φράσεις κυρίως διαλόγων, που καθώς τυχαίνει να γνωρίζω τη συγγραφέα, ξέρω πως αποτελούν στοιχεία του προσωπικού της χιούμορ.
Προσθέτοντας ένα ακόμη μυθιστόρημα στο πλούσιο έργο της, η Νατάσα Γκουτζικίδου, αποδεικνύει το ταλέντο, την ανεξάντλητη φαντασία και το μεράκι με το οποίο αφήνει το δικό της στίγμα, στο μεγάλο στοίχημα της γραφής.

Κυριακή 26 Απριλίου 2015

''Βροχή πάνω στην πέτρα'' της Νατάσας Γκουτζικίδου



«Η πατρίδα μου είναι μια κουκίδα στο χάρτη, αλλά είναι όμορφη, γεμάτη θάλασσα, νησιά και γαλανό ουρανό..»

         Με απεικονίσεις σαν αυτήν, που εξυμνούν τις ομορφιές της πατρίδας, ξεκινά η "Βροχή πάνω στην πέτρα". Επίκεντρο της η Κρήτη και ο χρόνος κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ΄20. Από τις πρώτες σελίδες ξεδιπλώνονται τα χρώματα και τα αρώματα της Ελλάδας και μαζί τους ξεπροβάλλουν οι πρωταγωνιστές. Ο Μίνωας και η μητέρα του, φιγούρες μιας παραδοσιακής κρητικής οικογένειας, που φαινομενικά αποτελεί τον ανθρώπινο ιστό σε αυτό το ειδυλλιακό περιβάλλον. Φαινομενικά, γιατί από σελίδα σε σελίδα διαγράφεται ζωηρά η σκληρότητα του πατέρα, η διάκριση ανάμεσα στα παιδιά του, η απορία για τους λόγους που μπορεί να κρύβονται πίσω από μια τέτοια συμπεριφορά. Αυτό το συμπαθητικό αγόρι, ο Μίνωας, μοιάζει να στερείται την πατρική αγάπη και εύνοια κι ακόμη περισσότερο, να βρίσκεται στη μέση μιας σύγκρουσης, μιας οικογενειακής έριδας που μπορεί να επιζητά ακόμη και την απομάκρυνση του. Πόσο κακό ή πόσο αθώο μπορεί να είναι ένα τέτοιο παιδί; Ένας νεαρός που η φιλία του με τη Μάγια ρίχνει φως στα ιδανικά του, στον ευγενή του χαρακτήρα, στις ειλικρινείς του προθέσεις; Κι όμως, σα να πρόκειται για το καλό όλων, αυτό το μέλος της οικογένειας πρέπει να απομακρυνθεί.

       «Ο Μίνωας θα φύγει το συντομότερο δυνατό… όσο πιο μακριά τόσο πιο καλά…»

Ο πατέρας του κι εκείνος ο μυστήριος άντρας μοιάζουν να έχουν δίκιο. Ίσως και όχι. Aπό τη μία υπάρχει κάτι το σκοτεινό, κάτι κακό στη σκιά αυτού του παιδιού, τόσο που να δικαιολογεί αυτή τη συμπεριφορά. Μα από την άλλη, υπάρχει ο Μίνωας της αρετής, της αγνότητας, της φιλίας με τη Μάγια που ακροβατεί πάνω στα όρια ενός έρωτα.

        Προχώρησα στις σελίδες της «Βροχής» με τη Νατάσα Γκουτζικίδου να με διχάζει για το Μίνωα, μέχρι που διαπίστωσα πως αυτό δεν αποτελούσε τυχαίο γεγονός, παρά σκοπιμότητα: να χαίρομαι τη ξελογιάστρα θάλασσα που καταβρέχει την Κρήτη, μα να χαίρομαι διχασμένος, και να ταξιδεύω με το βαρκάκι της αφήγησης της, με ένα ερωτηματικό για προορισμό. Κι έτσι την αποδέχτηκα λοιπόν, με τη γλυκύτητα των περιγραφών της να ανταμώνεται και να αντιπαλεύει διαρκώς μια απρόβλεπτη, σκληρή πραγματικότητα. Δε βρίσκω πιο χαρακτηριστική αποτύπωση αυτής της αμοιβαίας συνύπαρξης από το παρακάτω σημείο:

«Το χάραμα άρχισε να γέρνει πάνω από το νησί και ένας χρυσοκόκκινος ήλιος πρόβαλλε καυτός μέσα από τη θάλασσα. Η πρωινή αχλύ ταξίδευε πάνω από τη στεριά, ενώ ο μονότονος ήχος από το κάρφωμα του ξύλου της αγχόνης περιπλανιόταν σα στοιχειωμένο πνεύμα ανάμεσα στα σπίτια του χωριού»

          Έχει καταφτάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και μαζί με αυτόν και οι Γερμανοί στην Κρήτη. Το πλεούμενο της Νατάσας Γκουτζικίδου κλυδωνίζεται από τις μάχες, με εκείνη τη μοναδική ικανότητα που το καταφέρνει η γυναικεία της πένα και με πινελιές νατουραλισμού ιδίως στη σκιαγράφηση των ντόπιων χαρακτήρων και συμπεριφορών. Οι άνθρωποι της Κρήτης δεν πτοούνται από τους κατακτητές, παραμένουν άκαμπτοι κι έτσι άκαμπτα μένουν και τα προϋπάρχοντα πάθη, οι έχθρες, οι φιλονικίες. Λες κι ο πόλεμος ο ίδιος είναι λίγος για να καταβάλλει τις ισχυρές εντάσεις, τις συναισθηματικές φορτίσεις, κάθε ντόπια «τιμή» που πρέπει να ξεπλυθεί ακόμη και με αίμα. Πρόσωπα περήφανα ακόμη και στον πόλεμο, που τα ξένα βόλια μοιάζουν για εκείνα, μόλις βροχή πάνω σε πέτρα.
Ο συγκερασμός της υποβόσκουσας αγάπης, του έρωτα και της νηνεμίας, με την τραχύτητα και τους αδιάβλητους, επίμονους χαρακτήρες, αποτελεί το δυνατό σημείο αυτού του βιβλίου. Στην άλλοτε κατάφωτη κι άλλοτε μυστηριώδη ή ζοφερή περιπλάνηση, συναισθάνθηκα παρουσίες σαν εκείνη του Χήθκλιφ μπρος στα απότομα βράχια των Ανεμοδαρμένων Υψών. Και στη μέση του πολέμου και της βεντέτας, μια φιλία σαν έρωτα, ένα μοναχικό νυχτολούλουδο, να παλεύει να αντέξει ανάμεσα στα αγκάθια, προσμένοντας να αντικρίσει την Ανατολή. Σαν τις ψυχές όσων ζητούν να αγγίξουν το φεγγάρι.

           Λάτρεψα την περιγραφή της Μάγιας εκείνη τη νύχτα στη θάλασσα.

«Παραπάτησε και γλίστρησε στο νερό, ενώ ένα κύμα την καπέλωσε. Τα μάτια της έτσουξαν από το αλάτι και τα έκλεισε ενστικτωδώς. Έπειτα ήρθε ένα ακόμη κύμα, πιο δυνατό από το προηγούμενο. Η θάλασσα είχε αγριέψει. Δεν ήταν η πρώτη φορά που άλλαζαν τα ρεύματα μέσα σε λίγα λεπτά. Είδε τα βράχια να ορθώνονται μπροστά της και κατάλαβε πως δε μπορούσε να τα βγάλει πέρα με τη βραδινή θάλασσα…» 


         Προς  το τέλος της ιστορίας, διαπίστωσα πόσο χαρισματικά καταφέρνει η Νατάσα Γκουτζικίδου, να χωρέσει πλάι πλάι την αγωνία, τη θλίψη μα και τη λύτρωση μαζί. Σαφώς με ένα από τα συγκλονιστικά αποσπάσματα της, πριν την αναπάντεχη αποκάλυψη:
«Ότι αγάπησα μου το πήρε ο πόλεμος. Ότι λάτρεψα μου το πήρε το μίσος. Ζω περιμένοντας το χρόνο να περάσει.(…) Θα θυμάμαι πάντα εκείνα τα δειλινά που έτρεχα να σε ανταμώσω, κοριτσόπουλο ερωτευμένο και να ξαποστάσω στην αγκαλιά σου..»

          Χωρίς να παρασυρθώ σε οποιαδήποτε λεπτομέρεια που ίσως αποκάλυπτε την απρόσμενη πλοκή της ιστορίας, θα σταθώ στο θάρρος της Νατάσας να τοποθετεί ιδανικά όπως της φιλίας, της αγάπης και του έρωτα, μέσα σε τοπία που περιέχουν βαθύ ρεαλισμό, μπολιάζοντας τα με επιδεξιότητα, με χάρη και τη δυναμική μιας δημιουργικής φαντασίας. Είναι ιδιαίτερη ευτυχία κάθε φορά που διαβάζω Νατάσα Γκουτζικίδου να ανακαλύπτω κάτι καινούριο, μαζί και την ολοφάνερη, διαρκή ωρίμανση της γραφής της. Ιδιαίτερα σε ένα βιβλίο σαν αυτό, οπού έπλεξε αρμονικά τον ερχομό της λυτρωτικής βροχής με τη σκληράδα μιας μυτερής πέτρας…



Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

Νατάσα Γκουτζικίδου ''ΘΥΜΗΣΟΥ ΠΟΣΑ ΜΟΥ ΧΑΡΙΣΕΣ''


Η χειρότερη φυλακή, είναι αυτή που εμείς φτιάχνουμε για τον κόσμο μας. Είναι τα τείχη που εμείς υψώνουμε γύρω μας για να προστατευθούμε από τους ανθρώπους, αφήνοντας τους απέξω να μας πολιορκούν ανελέητα. Είναι οι στιγμές που βιώνουμε με θλίψη, ξεχνώντας πως είναι να χαμογελάμε. Είναι οι στιγμές που θεωρούμε δεδομένες, που πιστεύουμε πως θα ξανάρθουν. Δεν μας νοιάζει αν η φυλακή μας κοντεύει να γίνει απροσπέλαστη..

Η Μελίνα, αποφασίζει να εγκαταλείψει τους τέσσερις τοίχους της νοσηρής αυτής ασφάλειας. Με ένα δρασκέλισμα προς τη ζωή , πρώτα μετέωρο μα κατόπιν αποφασισμένο. Ένα δρασκέλισμα, όσο χρειάζεται για να επιστρέψει στον έξω κόσμο. Δεν είναι απλό να ξεπεράσεις την αυτοκτονία της αδερφής σου, όταν μάλιστα αυτή έχει συμβεί μπροστά στα μάτια σου. Ούτε είναι εύκολο για δύο ανθρώπους να ζουν σα ξένοι, κάτω από την ίδια στέγη. Τι έφταιξε κι έγινε έτσι η ζωή με τον Αλέξανδρο; Πόσα χρειάζεται ένας άνθρωπος για να ταμπουρωθεί στο οχυρό της μοναξιάς του;
Είναι στιγμές που αναζητούμε τη λύτρωση στα πιο απλά πράγματα. Έφτασε η στιγμή για τη Μελίνα να αποτολμήσει τη δική της. Της είναι αρκετό ένα ψαροχώρι στολισμένο με το ολόγιομο φεγγάρι, και τους παφλασμούς των κυμάτων. Της αρκεί ένας τόπος με ψίθυρους από μυστικά της θάλασσας, για έρωτες που έσβησαν, για ταξίδια που δεν έγιναν και κόσμους που χάθηκαν. Τη ξανανιώνει ένα τοπίο ζωγραφισμένο με τις αναμνήσεις των οικογενειακών διακοπών. Είναι όλα αυτά τα μικρά μα σπουδαία που φτάνουν να τη ζωντανέψουν ξανά.
Μα κι η γαλήνη που’ χει τούτος ο τόπος, διασαλεύεται από ένα τόσο δα φύσημα της μοίρας, αρκετό να ποτίσει ξανά με γκρίζο το τοπίο της Μελίνας. Ένας φάκελος στα χέρια της που αργεί να ανοιχτεί, και τελικώς εξαφανίζεται. Ο Στέλιος, ο Άγγελος, ο κυρ Ανδρέας, ένα ορφανοτροφείο που κρατά κρυμμένα μυστικά, το φυλαχτό, ένα πιάνο, και απέναντι ακριβώς από όλα τούτα, ένας φάρος.
Κάθε που φέγγει, η σκιά μιας γυναίκας στη κουπαστή που πέφτει στο κενό και κάθε που σβήνει, η κουπαστή νεκρώνει κι όλα γίνονται παραμύθι. Μόνο που σύντομα η πραγματικότητα με το μύθο στο ψαροχώρι, φορούν το ίδιο πέπλο. Ακολουθούν τα βήματα της κλέβοντας ολοένα περισσότερη από την ηρεμία της, τόσο όσο αρκεί να  να μένει κρυφή η αλήθεια από τα μάτια εκείνης αλλά κι από τα μάτια του αναγνώστη. Μια σειρά από στοιχεία, ντοκουμέντα, ασύλληπτες συμπτώσεις   που διαγράφουν για τη Μελίνα, ένα ζοφερά νηφάλιο περιβάλλον, σ’ ένα χωριουδάκι που αναζήτησε τη γαλήνη. Όσο οι σελίδες κυλούν, οι αποκαλύψεις φανερώνονται, έτσι που την απογυμνώνουν από τους μανδύες της ηρεμίας που αναζήτησε. Οι σιωπηροί παφλασμοί του νερού κάτω από εκείνον το φάρο, μοιάζουν  να ψιθυρίζουν κάτι τραγικό σε εκείνη. Μια απώλεια, ο θάνατος μιας γοητευτικής γυναίκας του παρελθόντος, ένας φόνος.. μα ένας φόνος που συνέβη στο παρελθόν ή μήπως που πρόκειται να συμβεί; Η αναζήτηση της αλήθειας από την πρωταγωνίστρια, κορυφώνεται δημιουργώντας ένα παραπέτασμα μυστηρίου, στα όρια δύο κυρίαρχων στοιχείων: παρελθόν ή μέλλον; Αλήθεια ή ψέμα; 

Τούτη η ταλάντευση αναδεικνύει έντεχνα το ιδιαίτερο χάρισμα της γραφής της Νατάσας:
Την έντονη χροιά του μεταφυσικού στοιχείου, που μεταδίδεται με τρόπο αριστοτεχνικό. Κάθε σελίδα κυλά προκαλώντας διαφορετικά συναισθήματα γύρω από την πρωταγωνίστρια. Αρχικά συμπάσχουμε μαζί της, ζούμε με τις αναμνήσεις της, γαληνεύουμε με το χωριουδάκι της, χαιρόμαστε με τα απλά που κι εκείνη χαίρεται, κι όμως, καθώς ακολουθούμε τα ίχνη της, αρχίζουμε να ανησυχούμε γι’ αυτήν. Σα να διαβλέπουμε πως.. ή μήπως όχι.. σα να νιώσαμε πως ξέρουμε τη συνέχεια και θέλουμε να την προστατεύσουμε, να αλλάξουμε τη ρότα της. Η δημιουργός του μυθιστορήματος, πλέον μας έχει τυλίξει με το ίδιο πέπλο που τύλιξε τη Μελίνα, προκαλώντας μια διαρκή επαγρύπνηση. Είμαστε βέβαιοι πως ξέρουμε τι πρόκειται να συμβεί ή μήπως η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική; Το κείμενο αποκαλύπτει τη διάθεση της συγγραφέως για ένα ατμοσφαιρικό όσο και αγωνιώδες φιλμ, που προβάλλει εξαίρετα κι αρμονικά τις αρετές του.:
Ρομαντισμός, μυστήριο, διαρκής πλοκή και δημιουργική φαντασία που μέχρι τις τελευταίες σελίδες, οι σκιές τους μας ακολουθούν με πάθος, με τη σιγουριά πως ότι κι αν συμβεί στη Μελίνα, κλείνοντας αυτό το βιβλίο, θα της σιγοψιθυρίσουμε: 

θυμήσου πόσα μας χάρισες..

Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

ΑΓΓΕΛΟΙ ΠΟΛΕΜΟΥ (Νατάσα Γκουτζικίδου)



Λονδίνο 1940. Η μακριά νύχτα της βαρβαρότητας έχει ήδη σκεπάσει την Ευρώπη. Για την Άλκηστη, μια επίσκεψη στο νοσοκομείο θα αποτελέσει την ευκαιρία που τόσο ζητούσε: να αποδείξει στον ίδιο της τον εαυτό, πως μπορεί και μόνη να τα καταφέρει. Θα το προσπαθήσει ως βοηθός στο πλευρό του γιατρού Φέργκισον, που προσφέρει αδιάκοπα τις υπηρεσίες του, σε ένα χώρο όπου η ζωή και ο θάνατος συνυπάρχουν και αντιμάχονται καθημερινά. Οι βόμβες δε λογαριάζουν, ούτε χαρίζονται σε κανέναν. Κατεβαίνουν από ψηλά και ‘σκάνε’ πότε κουτσουρεύοντας τις ζωές των στόχων τους και πότε σκορπώντας οικογενειακά μυστικά, πάθη, απροσδόκητες αποκαλύψεις, από τον ίδιο ουρανό όπου κατεβαίνουν κι οι άγγελοι..
‘‘Δεν πιστεύω στους αγγέλους, παρά μόνο στους ανθρώπους που έρχονται στη ζωή μας για κάποιο λόγο’’ διαβεβαιώνει η Άλκηστη, μα μήπως όμως και οι άγγελοι κρύβονται πίσω από μορφές ανθρώπων; Μολονότι δεν το πιστεύει, εκείνοι φαίνεται πως την πλησιάζουν, τη βοηθούν, της ανοίγουν μια πόρτα σωτηρίας την ώρα του κινδύνου. Πρόσωπα απλά, συνηθισμένα μέσα σε μια καθημερινότητα, σκεπασμένη με το πορφυρό πέπλο της εποχής.
Ο Β’ Παγκόσμιος μαίνεται. Τόσο όμοιος με το χρόνο, ανελέητος και πιεστικός, πάνω από όλους και από όλα. Το ίδιο αμείλικτος και για εκείνη, όμως στα ζοφερά του μονοπάτια  εξακολουθεί να ονειρεύεται, να ελπίζει και να τολμά, στο μεταίχμιο του κρυφού της διχασμού:
Φραγκίσκος ή Τζόναθαν.. πόσο διαφορετικοί ο ένας από τον άλλον κι όμως σημαντικοί για εκείνη καθένας με τον τρόπο του. Η επιλογή δεν είναι απλή απόφαση όταν τη ζωή διαφεντεύει ο πόλεμος..
Σε κάθε σελίδα του μυθιστορήματος, η ανάγκη για ζωή δένεται με την αβεβαιότητα του αύριο, με μια λεπτή κλωστή. Άνθρωποι που αγωνίζονται, προσφέρουν, επιβιώνουν, και άνθρωποι που η ύπαρξη τους σακατεύεται και μαραζώνει.. ανάμεσα τους η Άλκηστη, πρωταγωνίστρια μιας ιστορίας δοσμένης με απλότητα αλλά και αδιάκοπη πλοκή, με γνήσιο ρομαντισμό αλλά και απρόσμενες ανατροπές, με διάχυτους στοχασμούς που το επίκεντρο τους είναι η ζωή κι όλα εκείνα τα πρόσωπα, που ακόμη και μέσα στις φλόγες, όχι απλώς παραμένουν άνθρωποι, μα φτάνουν να αποκαλύπτουν την πραγματική τους μορφή, αυτή των αγγέλων του πολέμου..