'>

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

το συρτάρι με τις φωτογραφίες


..βρέθηκε σε ένα χώρο για άλλο λόγο κι άνοιξε τυχαία, σχεδόν άθελα.. από δύο χέρια που δεν ήξεραν πως μέσα σε αυτό θα έβρισκαν τα είδωλα τους, τα ίδια χέρια να απεικονίζονται σε ένα ‘πριν’ ξεχασμένο, αλλιώτικο και ξέθωρο..
Το συρτάρι ήταν γεμάτο φωτογραφίες. Κάποιες ο χρόνος θέλησε τόσο να τις φθείρει, που είχε καταφέρει να σβήσει από πάνω τους το πράσινο και το θαλασσί, αλλάζοντας τες, αφήνοντας μονάχα ένα γέρικο ασπρόμαυρο φόντο, βουτηγμένο σε μια ξεφτισμένη ανάμνηση.
Δεν τα κατάφερε με όλες. Οι περισσότερες ήταν σε τέτοια κατάσταση, σα να είχαν τραβηχτεί μερικές μέρες νωρίτερα. Άλλες είχαν πάνω τους ημερομηνίες μακρινές, έξι, δέκα, δεκατέσσερις χειμώνες και καλοκαίρια, που πέρασαν πάνω από τα είδωλα, με το μοναδικό εκείνο τρόπο που ξέρει ο χρόνος να ξεγελά. Τα χέρια ξαφνιάστηκαν. Ήταν πολλές, βαλμένες σε κιτρινιάρικα άλμπουμ και οι περισσότερες μέσα σε φακέλους με φίρμες καταστημάτων φωτογραφικών ειδών. Κοίταξαν τις πρώτες δειλά δειλά, σα να μην ήθελαν να προχωρήσουν στις επόμενες. Μα καθεμιά τους άνοιγε το δικό της παράθυρο στα χτες από ζωές αλλιώτικες, ξένοιαστες ή προβληματισμένες, ξεχασμένες ολότελα.
Σε αυτές τα χέρια κοίταζαν τον εαυτό τους επάνω διαφορετικό κι ολοένα τράβαγαν την επόμενη και την επόμενη φωτογραφία, πιο νευρικά, σαστισμένα, σα να ανακάλυπταν μόλις ένα θησαυρό, μία κρύπτη του γέρου-χρόνου, που κανείς δεν ήξερε ούτε θα απαντούσε αν έπρεπε να ανοίξει. Τότε όμως ήταν αργά για τα χέρια να σταματήσουν. Έβλεπαν τα δάκτυλα τους να απεικονίζονται πλεγμένα με άλλα δάκτυλα, κάποια τόσο γνώριμα και κάποια ξεχασμένα, με άγνωστο που θα μπορούσαν τώρα να βρίσκονται.
Εκείνη όμως, τη μοναδική τόση δα μικρή στιγμή του χρόνου, κατάφεραν νόμιζαν να τον ξεγελάσουν, κερδίζοντας μια θέση στην αιωνιότητα, που αν αυτός την ανακάλυπτε, ίσως να είχε κάψει το χαρτί τους, αποτελειώνοντας καθεμιά ξεχωριστά..
Το ξεχασμένο συρτάρι κατάφερε να τις κρατήσει κρυμμένες από αυτόν. Άθελα, με άγνοια τα χέρια είχαν ανοίξει μια κρύπτη, τώρα το γνώριζαν καλά και αυτό τα έκανε να τρέμουν, ανεμίζοντας τις φωτογραφίες ταραγμένα, με νοτισμένα τα δάκτυλα, με φόβο και αγωνία και στενοχώρια: έβλεπαν τα ίδια τους τα είδωλα που τώρα απεικονίζονταν να γελούν, σε εκείνες τια αυθόρμητες εικόνες, που ενώ ήταν τόσο γνώριμες, δε μπορούσαν να θυμηθούν το λόγο, τις κουβέντες που ειπώθηκαν, τη μαγεία της στιγμής εκείνης, που ο χρόνος καταδέχτηκε να αφήσει ζωντανή. Άλλωστε έχει εκατομμύρια από δαύτες, που γεννιούνται και πεθαίνουν γρήγορα, μέχρι που κάποιες του ξεφεύγουν, κρύβονται μέσα σε ένα συρτάρι και μένουν εκεί για πάντα. Τα χέρια κατάλαβαν πια τι είχαν ανακαλύψει, έκλεψαν κάμποσες από αυτές, τις έχωσαν βιαστικά σε ένα τετράδιο, βγήκαν από το δωμάτιο και δακρυσμένα έτρεξαν κρατώντας τες σφιχτά, μέχρι που ο χρόνος τις είδε στο φως κι έκανε να τις κάψει με ηλιαχτίδες τόσο καυτές, που αν δεν είχαν νοτίσει από δάκρυα, θα το είχε καταφέρει. Τα χέρια έφυγαν με ένα κομμάτι του θησαυρού κι ο χρόνος ενώ κατάλαβε, αρκέστηκε σε τούτο: να γελάσει δυνατά..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Facebook Blogger Plugin: Bloggerized by AllBlogTools.com Enhanced by MyBloggerTricks.com

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.