'>

Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

Κάκια Ξύδη ''ΣΕ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΤΩΣΗ''



Η αίσθηση που σε κυριεύει από τις πρώτες αράδες αυτού του βιβλίου, είναι αυτή της μητρικής αγάπης. Έντονη, προσωπική, ιδιαίτερη, κάποτε ασφυκτική σαν την αγκαλιά μιας μητέρας, που μέσα της κρατά σφιχτά μια κόρη. Μια κόρη όπως και η Βασιλική Δικαίου, που η φιγούρα της μοιάζει να πλανιέται κάτω από τον ίσκιο της Δωροθέας. Ακόμη και τώρα, που ασθενική, αδύναμη, βρίσκεται στο ηλιοβασίλεμα της ζωής της, χωρίς καμία δύναμη, χωρίς εξουσία πάνω στο κορίτσι της. Κι όμως να που ήρθε ο καιρός  εκείνη που δε δεχόταν μύγα στο σπαθί της κι έδινε συνεχώς διαταγές, τώρα να μοιάζει άβουλο πλάσμα, σα γατάκι που, αν το χαϊδέψεις, καλώς, αν όχι, πάλι καλώς..
Ένα αρχαίο ρητό, λέει πως τα παιδιά είναι εκείνα που επιλέγουν από ποιους γονείς θα γεννηθούν. Αν ισχύει αλήθεια αυτό, τότε γιατί να μην ισχύει και για τη Βασιλική, που στο επίκεντρο μιας υπόθεσης δικαστηρίου, μοιάζει παράδοξα η ίδια να δικάζεται, να διχάζεται ανάμεσα στο τότε και το τώρα, στα ‘πρέπει’ που της επιβλήθηκαν και τα ‘θέλω’ που ακολούθησε. Κάποτε θα στρέψει το βλέμμα της στον ουρανό, θα γίνει φίλη με τον Έσπερο, θα πει τα παράπονα της στην Κασσιόπη, θα συνομιλήσει με τη μικρή άρκτο, με το Τοξότη και τις Πλειάδες, με χίλιους δυό αστερισμούς, απλώνοντας  τα όνειρα της στο γαλαξία, κι  αφήνοντας τα να σεργιανίσουν στα νεφελώματα, ρωτώντας τον ίδιο της τον εαυτό: γιατί άραγε ήταν τόσο σκληρή η μητέρα μου;
Λίγα τα μυστικά που δε μαθαίνονται κάποτε, και η κυρία Δωροθέα κρατά καλά κρυμμένο το δικό της, αυτό που έρχεται ξαφνικά να βασανίσει τη Βασιλική, να τη στοιχειώσει, να την εξιλεώσει την ίδια στιγμή. Τα αδέρφια της, ο Πάνος, ο Λεωνίδας, καθοριστικά πρόσωπα στο παλκοσένικο της ζωής της, σ’ αυτό οπού ‘όταν έχεις αδερφό σαν το Λεωνίδα, δε περισσεύει αγάπη για να πάρεις’.
Υπάρχω κι εγώ εδώ! Ακούγεται απεγνωσμένα η φωνή ενός κοριτσιού που μέσα στο σπίτι του ένιωθε απαρατήρητο. 


Κι όταν πια περάσουν τα χρόνια, θα έρθει ο έρωτας να τη συναντήσει, άλλοτε φορώντας ένα γαλάζιο πουκάμισο, κι άλλοτε με ρούχα λευκά, κι ένα όμορφο χαμόγελο που δροσίζει τη κάψα του μεσημεριού, κάνοντας τα γράμματα να χοροπηδούν μέσα στο βιβλίο, και τις εικόνες τους τρισδιάστατες. Άλλοτε πάλι κάνει βόλτα στο απέναντι προαύλιο του σχολείου, κάτω από την πάλη των κλωναριών της ακακίας, με τον άνεμο και τα σπαθωτά της φύλλα να παίζουν κρυφτό με το αδύναμο φως του φθινοπωρινού φεγγαριού, που ολοένα γίνεται καχεκτικό, μέχρι που χάνεται κάτω από τον ίσκιο της Δωροθέας. Πίσω του έρχεται μια τραγική διαπίστωση για τη Βασιλική, το κληροδότημα μιας μητρικής κατάρας: Να μην έχει τη δύναμη ούτε να δεχτεί αγάπη μα ούτε και να δώσει, κι ο έρωτας να ξεφουσκώνει, να φθείρεται, να μαραίνεται και τελικά να σπάει, όπως ένα κλωνάρι που πια δεν μπορεί να ανθίσει στην καρδιά της. Ο Γιώργος της προδοσίας, ο Ιανός της αδιαφορίας, ο Μιχάλης που θα επιλέξει να παντρευτεί μιαν άλλη.. Η άσβεστη ανάγκη για αγάπη όμως σιγοκαίει ακόμη μέσα της. ‘Ας ερχόταν ο έρωτας στη ζωή μου άλλη μια φορά, και ας ήταν και στη χειρότερη του μέρα..’, θα ευχηθεί, μα λες κι η ευχή της είναι δεμένη κι εκείνη, με τις ίδιες αλυσίδες, που γίνονται αόρατα γκέμια στον μοναχικό της δρόμο. Η ιστορία της θα ακολουθήσει τόπους γνωστούς διασχίζοντας πότε τη Πλατεία Κολιάτσου, και πότε την Πάτρα, τη Θήβα, την Αρχαία Σπάρτη, την Καστοριά, μέχρι  τον Ψηλορείτη της Κρήτης και τα Σφακιά, σε μια διαδρομή οπού το ένστικτο της μητρότητας θα την κυριεύσει ξανά, αυτή τη φορά με την μορφή ενός μικρού κοριτσιού. Το κοριτσάκι του Μπελβεντέρε, που φανερώνεται και ξαναχάνεται, με πρόσωπο αρχοντίκιο, αυστηρό και με μια αθωότητα συνάμα, συνταιριασμένα μ’ ένα φωτοστέφανο από εβένινα μακριά μαλλιά, δεμένα σε μια κοτσίδα.

Μα ποιο τελικά είναι αυτό το κορίτσι; Υπάρχει η επιλογή της ευτυχίας για την Βασιλική ή μονάχα η σκιά της Δωροθέας που την ακολουθεί παντού;
 Δωροθέα, Λεωνίδας, Τασία, Ζωή Δέλτα, Μιχάλης, Γιώργος..  Πρόσωπα που ξετυλίγουν τις κορδέλες απ’ το γαϊτανάκι  της ζωής της, δεμένα θαρρείς με ένα λεπτό νήμα μεταξύ τους, μέσα από την ιδιαίτερη, διεισδυτική γραφή της Κάκιας Ξύδη, οπού το παρόν κατακρημνίζεται από το παρελθόν κι αντίστροφα, είτε με ξένοιαστες νότες μιας περασμένης ζωής, είτε με ξαφνικές αποκαλύψεις, που εκεί που σε οδηγούν στους αιθέρες της ανάγνωσης, ξαφνικά σε σπρώχνουν στο κενό, σε μια ελεύθερη πτώση, όπου η μόνη σωτηρία, μοιάζει να έχει τη βασανιστική όψη της μητρικής αγκαλιάς.
Θα υπάρξει λύτρωση για την Βασιλική; Κι εκείνο το κοριτσάκι του Μπελβεντέρε τελικώς υπάρχει, ή βρίσκεται στη φαντασία της; Είναι το δικό της δώρο της μητρότητας ή απλά ένα κορίτσι ακριβώς αντίθετο από εκείνη, ικανό για όσα εκείνη δε στάθηκε;
Το βιβλίο είναι φτιαγμένο να μοιάζει με ψηφιδωτό. Τα κομμάτια του, φαινομενικά σκόρπια, έρχονται ένα ένα στη θέση τους, καθώς το κείμενο προχωρά, με βινιέτες οπού τα γεγονότα ξαφνιάζουν κι οι πρωταγωνιστές αποκαλύπτουν το ρόλο τους, συγκλίνοντας προς μια διαδρομή, χρωματισμένη χαρισματικά με την ιδιαιτερότητα αυτού του αόρατου δεσμού..
Μητέρες και κόρες. Κόρες σαν τη Βασιλική και μητέρες που κάποτε γίνονται αυταρχικές, αποφασίζουν, επιβάλλουν, απομυζούν κάθε χαρά ζωής από τα κορίτσια τους. Υπάρχουν κόρες που σπάζουν κάποτε τα δεσμά της μητέρας, ακολουθούν το δρόμο που τους όρισε η ζωή, βρίσκουν την ευτυχία. Υπάρχουν και κόρες που δεν το καταφέρνουν ποτέ..






2 σχόλια:

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.