'>

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2019

''Mετέωρα Μυστικά'' της Ιουλίας Ιωάννου




«Αί-Μα». Τα αρχικά δύο νέων που ερωτεύονται, μα και μια λέξη που τρομάζει. Αιμιλία και Μάγνος. Τα όνειρα και οι προσδοκίες τους, χαράζονται στους απόκρημνους βράχους, στα Μετέωρα. Λίγο πιο πέρα, η απρόβλεπτη μοίρα χαράσσει το δικό της «θέλω», χωρίς να λογαριάζει τη βούληση κανενός. Έτσι ξεκινά και εξελίσσεται το νέο μυθιστόρημα της Ιουλίας Ιωάννου, με μυστικά που μένουν μετέωρα, όπως οι υποσχέσεις του παρελθόντος, όπως οι στοιχειωμένες αγάπες που από σελίδα σε σελίδα, κρύβονται, όμως αντιλαμβάνεσαι πως είναι παρούσες, περιμένουν να λυτρωθούν, αποζητούν το φώς μέσα στο σκοτάδι. 


«Το μόνο φως στο σκοτάδι είναι η αποδοχή των λαθών, η συγγνώμη που πρέπει να ειπωθεί, η πίστη ότι την ευκαιρία στην αγάπη και στο χαμένο χρόνο, μπορεί να την κερδίσει όποιος έχει τη δύναμη και τη θέληση να το κάνει.»
 

Μόνο που ο χαμένος χρόνος αποδομείται σε αυτό το βιβλίο. Τα κεφάλαια συμπληρώνουν το ένα το άλλο, ένα ψηφιδωτό από πρόσωπα και καταστάσεις που δεν ολοκληρώνονται πριν την τελευταία σελίδα. Μάγνος και Νεκτάριος, Αιμιλία και Άννα, ο Σαράντης, ένα ρολόι που δε δείχνει το χρόνο, μα τον στοχεύει, αιχμαλωτίζοντας τον και κρύβοντας εκεί τα μεγαλύτερα μυστικά.

Η Ιουλία Ιωάννου επιστρέφει με ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται ευχάριστα, τόσο που πρώτα σε απορροφά με ευκολία και κατόπιν σε αιχμαλωτίζει. Τα καθοριστικά γεγονότα έρχονται ενώ δεν το περιμένεις, μέσα από μία ροή που κερδίζει την προσοχή σου έξυπνα και μελετημένα. Σαφώς βελτιωμένη, προσεκτική και γεμάτη μεράκι η συγγραφέας, αναδεικνύει την ικανότητα της να δημιουργεί πλοκή, χαρακτήρες και καταστάσεις, χωρίς υπερβολές, δίχως χάσματα, με τεχνική που σου προκαλεί την αγωνία για τη συνέχεια, για την ολοκλήρωση.


Όμως και πάλι, «τι είναι ολοκλήρωση; Τι είναι πληρότητα; Ποιος μπορεί να το πει με απόλυτη σιγουριά;»

Mετέωρα Μυστικά-Ιουλία Ιωάννου-Εκδόσεις Ωκεανίδα-2019

Πέμπτη 9 Μαΐου 2019

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ...


...Αν το μωρό ήταν αγόρι, είχαν ήδη επιλέξει ζωηρές γαλάζιες και λαχανί αποχρώσεις. Αν ήταν κορίτσι, είχαν υπόψη κάποια πιθανά χρώματα, μία ροζ και λευκή διχρωμία. Πάνω στη μπογιά θα πρόσθεταν αυτοκόλλητα, σούπερ-ήρωες ή πριγκίπισσες με πέπλο, αερόστατα, ξωτικά, ιππόκαμπους. Όταν θα γνώριζαν το φύλο, θα συνταίριαζαν τα χρώματα με κατάλληλα φωτιστικά, με ρουχαλάκια, με μοσχοβολιστές πετσέτες που θα καλοδίπλωναν στα συρτάρια. Το μόνο που έλειπε από τον επίγειο παράδεισο, ήταν αυτό το μικρό πλάσμα, ο βρεφικός λυγμός που θα ζωντάνευε το έναστρο σύμπαν, που θα έκανε τα αρκουδάκια να ζωηρέψουν και τις μαργαρίτες να ανθήσουν από ζωή. Είχαν περάσει τόσοι μήνες, η Βικτώρια τους είχε υπολογίσει, ένας χρόνος σχεδόν, από τότε που με τόσο μεράκι ετοίμασαν το παιδικό δωμάτιο. 
          Μόνο που αντί να φιλοξενεί το αγαπητό τους παιδί, κατέληξε να δέχεται τα περισσευούμενα αντικείμενα του υπόλοιπου σπιτιού. Με κάθε άχρηστη χαρτόκουτα που κατέληγε εκεί μέσα, παραμέριζαν λιγάκι και το όνειρο τους. Είχαν φανταστεί ένα αγοράκι που θα χαλούσε τον κόσμο με τη σκανδαλιά του ή ένα κορίτσι με φωνακλάδικα κοτσιδάκια, που θα προκαλούσε διαρκώς γέλια με τα νάζια του. Είχαν φανταστεί τις γκριμάτσες, τη γκρίνια, τα διερευνητικά ματάκια να τους παρατηρούν μέσα από αυτό το κρεβάτι. Από βδομάδα σε βδομάδα όμως, η φαντασίωση εξασθενούσε. Τώρα χρειαζόταν να παραμεριστούν άχρηστα πράγματα, για να φτάσουν πάνω από εκείνο το στρώμα, κάτι που πλέον ενοχλούσε τη Βικτώρια. Όσο για το Μάνο, δεν είχε λησμονήσει το όνειρο, ούτε είχε ατροφήσει η επιθυμία του για ένα τέτοιο πλάσμα. Μα έφταιγαν και οι «χαρτόκουτες» της καθημερινότητας, οι υποχρεώσεις που υψώνονταν μπροστά από την ενθουσιώδη προσμονή του παιδιού. Μια καθημερινότητα που είχε καταφέρει να κάνει την προσδοκία να ξεθωριάσει. Ο Μάνος, κάθε μήνα καρτερούσε το χαρμόσυνο άκουσμα της εγκυμοσύνης της Βικτώριας. Κάθε μήνα χωρίς αποτέλεσμα. Κι έμοιαζε πια να το αποδέχεται...


Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018

''Ασημένια μάτια'' - Ιουλία Ιωάννου



         Η ευτυχία έχει τη μορφή μίας φαντασίωσης. Έρχεται αργά, κορυφώνεται, αργοσβήνει και απομακρύνεται ξανά. Η Νίκη, πρωταγωνίστρια στα «Ασημένια μάτια», αναζητά τη δική της, αυτήν που προϋποθέτει την απαλλαγή από το παρελθόν και τις λάθος επιλογές. Βιώνει κάθε φανταστική εξέλιξη με έκπληξη και κάθε πραγματική με στοχασμό και περισυλλογή, ως τη στιγμή που οι υπολογισμοί ανατρέπονται απρόβλεπτα. Εξάλλου η λογική και το συναίσθημα δεν είχαν ποτέ καλές σχέσεις.(σ. 79)
         Η γνωριμία με τον Ντεμίρ δε θα κάμψει απλώς όσα προτάσσει η λογική της, μα θα καρποφορήσει, οδηγώντας σε μία απρόσμενη εγκυμοσύνη. Εκείνη απορεί με την απότομη εξαφάνιση του, ενώ εκείνος ήταν έτοιμος να της κάνει πρόταση γάμου… Η πορεία της ζωής δεν είναι ποτέ προβλέψιμη. Κάποτε συναντά προφητείες και μύθους, διέρχεται από τα μονοπάτια του υπερφυσικού για να εκπληρώσει το μοιραίο, το άγνωστο μα αναπόφευκτο.
«Και παλεύεις να ξεφύγεις, να ξεχάσεις, να συνεχίσεις, για ένα αύριο,
για πόσα αύριο άραγε;(…) και συνεχίζει να σε ξεκουφαίνει ο ήχος της σιωπής,
η σιωπηλή κραυγή της, η ανυπόταχτη ελπίδα πως όλα κάποτε, κάπως θα τελειώσουν…»
        Η Ιουλία Ιωάννου δεν πλάθει απλώς ένα μυθιστόρημα με μεταφυσικές αποχρώσεις, ούτε εστιάζει σε μία ακόμη -λίγο ή πολύ- γνώριμη αισθηματική ιστορία. Έχει ξεκάθαρες προθέσεις, στέκεται στην ανθρώπινη υπόσταση των ηρώων, στις ουσιαστικές πτυχές της ιδιοσυγκρασίας, εκεί από οπού πηγάζουν τα ανιδιοτελή αισθήματα, αλλά και το πάθος, το μίσος, το μη προβλέψιμο στοιχείο του «είμαι» του καθενός.
        Η Νίκη, ο Θεόφιλος, ο Νικόλας, η Αρετή, ο Δημήτρης, η Ανθή, η Στέλλα. Καθένας από τους ήρωες προσεγγίζει τις εξελίξεις με τη δική του κρίση και κάθε γεγονός χρωματίζεται με ξεχωριστή πινελιά. Η ικανότητα της δημιουργού να αποδίδει τις διαφορετικές θέσεις από τη σκοπιά κάθε ήρωα, είναι το δυνατό χαρτί της στις σελίδες αυτού του μυθιστορήματος. Μα ίσως δυνατότερη, είναι η αύρα των συναισθημάτων που το κατακλύζουν, ένα βιβλίο γραμμένο με γυναικείο πάθος, ευθύτητα, ευαισθησία και ειλικρίνεια, ένα μπουμπουκιασμένο τριαντάφυλλο που διατηρεί τη γοητεία ακόμη και στα λεπταίχμηρα «αγκάθια» του, όπως άλλωστε συμβαίνει στην ίδια τη ζωή.
        Κρατώ για επίλογο λίγες σειρές από το σημείωμα της δημιουργού στο τέλος της ιστορίας:
«Ο έρωτας οδηγεί τα βήματα των ανθρώπων αλλά αυτό που μένει στο τέλος, είναι μόνο η βαθιά και αληθινή αγάπη.
Πολλά εμπόδια θα βρεθούν στο δρόμο προς την αναζήτηση αυτής της ευτυχίας που όλοι θα επιθυμούσαν να ζήσουν. Λίγοι εκείνοι που θα το καταφέρουν.»
Ας μην παραλειφθεί η εξαιρετική έκδοση, η προσεγμένη επιμέλεια και οι διορθώσεις που αναδεικνύουν ένα ποιοτικό κείμενο.
        (Ιουλία Ιωάννου, «Ασημένια μάτια», Εκδόσεις Πνοή, Αθήνα 2017, σελ.332) 

Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2017

''Όταν η παιδεία νοσεί..., η χώρα πεθαίνει'' - Ηλίας Παπαγεωργίου




        Προτού επιχειρήσω οποιαδήποτε αναφορά στο νέο βιβλίο του του κ. Παπαγεωργίου, επιθυμώ να αναφέρω το γεγονός πως ο συγγραφέας -κατά το παρελθόν- υπήρξε και δικός μου καθηγητής. Η εμβέλεια του στο χώρο των Ελληνικών γραμμάτων είναι λίγο πολύ γνωστή, ιδιαίτερα στην τοπική κοινωνία της Λέσβου. Οι σχολιασμοί που ακολουθούν παρακάτω, αποτελούν απόσταγμα προσωπικών εντυπώσεων από την ανάγνωση του έργου του, κατά το δυνατόν αμερόληπτων και όχι υπό το πρίσμα μιας «κριτικής» με την ευρύτερη έννοια, καθώς εξακολουθώ να θεωρώ πως ο προορισμός του μαθητή δεν είναι «να κρίνει το δάσκαλο».
          Παρά το «θάνατο της χώρας» όπως διατυπώνεται στο εξώφυλλο, από ένα σχετικά βαρύ τίτλο, το έργο ξεκινά με αισιοδοξία, με τη σημασία της αξίας του τόπου, της πατρίδας που ζούμε και η οποία μαστίζεται από μία βαθιά πολύπλευρη κρίση, επί αρκετά χρόνια. Με επίκεντρο τον άνθρωπο - εκπαιδευτικό, τον καθηγητή, το δάσκαλο, ο κ. Παπαγεωργίου παραθέτει ένα πλήθος κειμένων που αφορούν στη σχέση Παιδείας - Κοινωνίας, θέτοντας ως βάση τη σημασία της πρώτης για την ορθή θεμελίωση της δεύτερης, με προεκτάσεις σε συναφή ζητήματα της Ελληνικής πραγματικότητας.
«Ένα δοκίμιο που απευθύνεται σε εκπαιδευτικούς» θα σκεφτεί κάποιος. Όχι! Ο συγγραφέας ξεδιπλώνει μία θεματολογική βεντάλια που αφορά άμεσα το νέο, το γονέα, το μαθητή, το συνδικαλιστή της εκπαίδευσης, κάθε απλό και ανήσυχο αναγνώστη.
         Η απλότητα και ευχέρεια του λόγου διακρίνονται αμέσως, στοιχεία που αποτελούν το δυνατό χαρτί του συγγραφέα: τα περίπλοκα προβλήματα της ελληνικής πραγματικότητας ψηλαφίζονται με οξυδέρκεια μα και απόλυτα κατανοητό τρόπο. Το εύρος αυτών των προσεγγίσεων περιλαμβάνει από αναφορές περιστατικών της καθημερινότητας μέχρι λεπτές επισημάνσεις, επί καίριων ζητημάτων, στα οποία αναδεικνύονται κομψά οι προσωπικές τοποθετήσεις και απόψεις. Ο συγγραφέας του βιβλίου είναι πρωτίστως «δάσκαλος», με την ουσιαστική έννοια, δεν εμμένει, δε στέκεται σε αναχρονισμούς, δεν παρουσιάζει το παραμικρό ίχνος υπεροψίας μίας «αυθεντίας». Τούτη η αίσθηση προκαλείται αβίαστα κατά την ανάγνωση, μακριά από φιοριτούρες, λεκτικά στολίδια και επιτηδεύσεις, χωρίς περιττούς συναισθηματισμούς και με παρούσα τη «μετάδοση μηνυμάτων» σε τόνο ήπιο, προσιτό, με διάθεση ανοικτή και πρόθυμη σε αντίλογο μα και συνάμα ξεκάθαρη και κοφτερή στα προσωπικά «πιστεύω».
      Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον -κατά την ταπεινή μου γνώμη-  σημείο, είναι η επικαιρότητα των κειμένων, τρανή απόδειξη της οξείας αντίληψης του συγγραφέα για τους σημαντικότερους, τους σύγχρονους προβληματισμούς της Ελληνικής παιδείας - κοινωνίας. Η σημασία της γλώσσας για τη δημοκρατία, ζητήματα ρατσισμού και ξενοφοβίας, η «εισβολή» των νέων τεχνολογιών και του διαδικτύου, η θέση της Λογοτεχνίας στην εκπαίδευση, η ελληνική ιδιοσυγκρασία, ακόμη και η περιγραφή της φιλίας.

«Δεν προτίθεμαι να γράψω καμία επιστολή σε κάποιον φίλο αγαπημένο, γιατί δε μπόρεσα ακόμη να συλλάβω την έννοια της πραγματικής φιλίας»(σ.111)

      Και όμως, η ανάγνωση είναι ευχάριστη όσο η κουβέντα με έναν καλό φίλο, με ένα πρόσωπο διατεθειμένο να μιλήσει, να ακούσει, να προβληματιστεί γύρω από την παιδεία και τις ελλείψεις της, γύρω από τα κακώς κείμενα που επιφέρουν μακροπρόθεσμες συνέπειες στην αρμονία και τη συνοχή του κοινωνικού ιστού. Μία κουβέντα που προχωρά ομαλά, με άνεση, δίχως εξάρσεις, συχνά με χιούμορ ή με υποβόσκουσα πικρία και ενίοτε με σκεπτικισμό. Η «φρεσκάδα» των κειμένων αποδεικνύει τη διαύγεια αυτού του «φίλου» και δασκάλου, την οξύνοια, τη δυνατότητα του να παραμένει ενημερωμένος κι επίκαιρος, εκθέτοντας τα επιχειρήματα του προς τους «μαθητές», χωρίς  να στερεί το περιθώριο κρίσης ή κριτικής, απευθυνόμενος σε προσωπικότητες ανεξάρτητες. Εξάλλου, «ο δάσκαλος πάσχει να διαμορφώσει ανθρώπους που να μην το χρειάζονται! Ανθρώπους που να μαθαίνουν μόνοι τους, να ψάχνουν μόνοι τους, να αποφασίζουν μόνοι τους…»(σ.31)
Η καλοζυγισμένη, καλαίσθητη και χωρίς εξάρσεις γραφή του κ. Παπαγεωργίου, αποτελεί μία πρόκληση για ευαισθητοποίηση και ίσως, αυτό να αποτελεί το σημαντικότερο επίτευγμα σε τούτο το έργο, ταυτόχρονα με τη διδακτική μορφή των κειμένων, που εγείρουν το στοχασμό και την επιθυμία για περαιτέρω αναζήτηση. Ας μην παραλείψω επίσης, το εξαιρετικό προλογικό σημείωμα του κ. Π. Ξηντάρα, που συνοδεύει τη συγκεκριμένη έκδοση.
              Η ανάγνωση του βιβλίου σε συνδυασμό με το γεγονός πως τυγχάνει να γνωρίζω το συγκεκριμένο καθηγητή και συγγραφέα, προκάλεσε μία νοσταλγική ανάμνηση, αφού ήταν σα να άκουγα τον ίδιο να μου μιλά, κατά τα όμορφα μαθητικά χρόνια, που πλέον, από το ανελέητο πέρασμα του χρόνου, τείνουν διαρκώς να απομακρύνονται στο βαθύ πέλαγος της μνήμης. Μα και πάλι, δεν ήταν λίγη η χαρά μου, για την απόφαση του να προχωρήσει σε ένα ακόμη αξιόλογο και επίκαιρο έργο, από εκείνα που τόσο ανάγκη έχει ο τόπος, εμπλουτίζοντας την ήδη σπουδαία παρακαταθήκη του. Το νέο βιβλίο του κ. Ηλία, αποτελεί μία ανακούφιση, ένα ελπιδοφόρο και τονωτικό «φάρμακο» για τη νοσούσα Παιδεία, για την ενίσχυση της πίστης σε ένα καλύτερο αύριο.
Γιώργος Γιαντάς