'>

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2016

Για το ''Εκ Νεκρών'' του Γ. Γιώτσα



Αν χρειαζόταν να γραφτούν μονάχα τρεις λέξεις για το μυθιστόρημα του Γιώργου Γιώτσα, αυτές θα μπορούσαν να είναι: φαντασία, τρόμος, δράση. Η δυναμική της γραφής, αντικατοπτρίζει ένα πρόσωπο γεμάτο μεράκι και όρεξη, αλλά και μία έμφυτη ικανότητα στις περιγραφές καταστάσεων δράσης και αγωνίας. Είναι προφανές πως η παρουσία τέτοιων στοιχείων στο κείμενο ενός νεαρού δημιουργού, αποτελεί πρόγευση για ακόμη πιο εντυπωσιακά αποτελέσματα. Την ίδια στιγμή μαρτυρά χαρίσματα που είναι δυνατό να σμιλευτούν και να καλλιεργηθούν, απογειώνοντας τις συγγραφικές του προδιαγραφές.


Η πλοκή της ιστορίας ρέει ομαλά από την πρώτη σελίδα και οι πρωταγωνιστές περιφέρονται μέσα σε μία προσεκτικά διαμορφωμένη ατμόσφαιρα. Γύρω τους, οι ήρωες παρουσιάζονται με ζωηράδα, συχνά υπερτροφικοί, άλλοτε ως βίαιοι σύζυγοι και άλλοτε ως άκαμπτοι αστυνομικοί, ενώ δε λείπουν οι ανάπαυλες τρυφερότητας που πλουτίζουν όμορφα ένα -στο σύνολο του- «σκληρό» μυθιστόρημα.


«τα πράσινα μάτια της τον κοιτάζουν κουρασμένα αλλά ευτυχισμένα. Δύο σμαράγδια που λάμπουν στο σκοτάδι της ζωής του.»


Ο τρόπος με τον οποίο έχουν τοποθετηθεί απλές, ανθρώπινες και συχνά τρυφερές στιγμές σε μια τέτοια ιστορία, θα πρέπει επίσης να προστεθεί στα θετικά της στοιχεία. Ο πρωταγωνιστής βαδίζει σταθερά σε ένα δύσβατο δρόμο, μία ανεξερεύνητη διαδρομή γεμάτη ερωτηματικά και αγωνίες, που μοιάζουν να αποτελούν την «κατάρα» ή την «ευλογία» του. Σε κάθε σημείο αυτού του τρόμου, το εξωπραγματικό στοιχείο περιφέρεται επιδεικτικά, διάφανο, ασταθές μα πανίσχυρο, εγείροντας διαρκώς ερωτήματα γύρω από το Καλό, το Κακό, το Θάνατο.


Από εκεί κι έπειτα η δράση είναι πανταχού παρούσα, οι σκηνές εμποτισμένες με σκληρότητα, βία, με μια διαρκή παρουσία των υπερφυσικών δυνάμεων, που έξυπνα και προκλητικά κεντρίζει την περιέργεια, γύρω από το «Χρήστο Ιωάννου» και τα κεντρικά πρόσωπα της περιπέτειας, αλλά και γύρω από την ίδια τη ζωή, το άγνωστο, το πεπρωμένο και όσα μπορεί να μοιάζουν τυχαία ή προκαθορισμένα.


Η απάντηση στα σχετικά ερωτήματα δε δίνεται παρά στην κορύφωση, προς το τέλος της ιστορίας. Εκεί, η αστυνομική πλοκή παραδίδει τη σκυτάλη σε μία απόκοσμη διάσταση, μία σκακιέρα της φαντασίας, με την κεντρική ιδέα να παίρνει την ολοκληρωμένη της μορφή. Θα μπορούσε να ειπωθεί πως το «Εκ Νεκρών», αποτελεί μια αξιόλογη και εντυπωσιακή προσπάθεια στο χώρο της λογοτεχνίας του Φανταστικού, που δεν αφήνει κανέναν οπαδό της ασυγκίνητο.

Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2016

Λολίτα. Tο παιχνίδι του Ναμπόκοφ



Ο μεσήλικας Χάμπερτ, τρέφει έναν αποκρουστικό, διαστροφικό έρωτα για την ανήλικη Ντολόρες. Καθώς η μητέρα της πεθαίνει ξαφνικά, εκείνος αναλαμβάνει την κηδεμονία του παιδιού, αποκτά το ρόλο του πατριού και καταλήγει εραστής της, περιγράφοντας -σε πρώτο πρόσωπο- την εμμονή του για εκείνη, μα και τη στενή σχέση που αποκτούν οι δύο τους. Για το Χάμπερτ, η μικρή Ντολόρες είναι η «Λολίτα», η προσωποποίηση του νοσηρού του πόθου για κοριτσάκια μικρής ηλικίας, τα οποία αποκαλεί «νυμφίδια».


Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, η απόφαση ανάγνωσης ή μη αυτού του βιβλίου, έγκειται καθαρά πλέον στον αναγνώστη. Στην πρώτη περίπτωση το βιβλίο αποφεύγεται κι εγκαταλείπεται εξαρχής, ενώ στη δεύτερη, η ανάγνωση του σηματοδοτεί και την εισχώρηση στον κόσμο του ψυχωτικού πρωταγωνιστή. Από εκεί κι έπειτα, οι όροι θέτονται από το δημιουργό του, οδηγώντας στους μαιάνδρους ενός Παραδείσου που οι ουρανοί του έχουν το χρώμα από τις φωτιές της Κόλασης.


Η «Λολίτα» προκαλεί μια φόρτιση από τις πρώτες κιόλας σελίδες, συνυφασμένη με τραγικότητα, στα αδιέξοδα ενός λαβύρινθου όπου υποσκάπτονται αθόρυβα οι νόμοι και οι υποδείξεις της ηθικής, οι συμβατικότητες, η ίδια η πραγματικότητα. Ο Χάμπερτ, εξομολογείται την παιδοφιλία του με τρόπο που προκαλεί, μα ταυτόχρονα επιζητώντας ακόμη και τη λύπηση για το άρρωστο πάθος που τον παραδέρνει. Παραδέχεται τη διαστροφή του, περιπλέκοντας την όμως σκόπιμα, με την έννοια της αληθινής αγάπης.


Στο παιχνίδι του πρωταγωνιστή, τα όρια μεταξύ Καλού και Κακού πρώτα συγχέονται και κατόπιν γίνονται ολοένα πιο δυσδιάκριτα. Το κύριο εργαλείο στη μεθόδευση αυτή, γίνεται η ίδια η γλώσσα του δημιουργού. Ο Ναμπόκοφ παίζει αριστουργηματικά με το λόγο, αποδίδοντας μια "αισχρή" ιστορία χωρίς ούτε μία αισχρή φράση. Αυτό μοιάζει να αποτελεί και ένα σημείο-κλειδί του αντιήρωα του, ταυτόχρονα με τη διαρκή εναλλαγή συναισθημάτων που επιχειρείται.

Εξάλλου, όπως παραδέχτηκε και ο ίδιος, πίσω από τη Λολίτα δεν υπάρχει κανένα ηθικό δίδαγμα. Προτιμά ίσως να παρασύρει τον αναγνώστη στη σκοτεινή του παρτίδα, με το θυμό να διαδέχεται την αποστροφή, με τη λύπηση να επιζητά πονηρά τη συμπάθεια. Όσο η ανάγνωση της εξομολόγησης προχωρά, τόσο οι έννοιες περιπλέκονται και αλλοιώνονται.


Από καθαρά λογοτεχνικό πρίσμα, τα λόγια για το σύνολο του έργου του Ναμπόκοφ περιττεύουν. Η «Λολίτα» μπορεί να εκδόθηκε μόλις το 1955, ωστόσο η ζωντάνια που αναδίδει το κείμενο από την πρώτη σελίδα, δεν υστερεί σε τίποτα από εκείνη πολλών σύγχρονων μυθιστορημάτων. Ο Ναμπόκοφ πλάθει το λόγο με δεξιοτεχνία, παρασύρει, μαγεύει, παίζει διαρκώς με τις λέξεις, όπως κάθε γνήσιος τεχνίτης της γραφής, προσφέροντας μια εξαίσια αναγνωστική απόλαυση, άφθαρτη στο πέρασμα του χρόνου. Η «Λολίτα» αφήνει την επίγευση από παλιό, εξαιρετικό κρασί, εκείνο που μοιράζεσαι στην εξοχή με φίλους, σε τόπους όπου η ησυχία διαταράσσεται μονάχα από το πέταγμα μιας χαρωπής πεταλούδας, που προσκαλεί στο ανέμελο παιχνίδι της.. λοιπόν; Θα παίξεις;

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2016

Εντυπώσεις από το "Νόμος περί τέκνων" (Ίαν Μακγιούαν)




Η Φιόνα Μέι, εκδικάζει υποθέσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου του Λονδίνου. Παρά τις επαγγελματικές διακρίσεις της, η προσωπική της ζωή επισκιάζεται από προβλήματα, όπως η κρίση στο γάμο της με τον Τζακ αλλά και η ηθελημένη της ατεκνία. Σύντομα, καλείται να αντιμετωπίσει μια υπόθεση με μεταφυσικό υπόβαθρο: ο δεκαεπτάχρονος Άνταμ, για λόγους θρησκευτικής πίστης (Μάρτυρας του Ιεχωβά), αρνείται μία μετάγγιση αίματος, απόφαση που μπορεί να αποβεί μοιραία για τη ζωή του.


Ο Ίαν Μακγιούαν επιστρέφει με ένα σύγχρονο, λεπτοδουλεμένο βιβλίο, με κύρια χαρακτηριστικά το ενδιαφέρον θέμα, τις προσεκτικές προσεγγίσεις του, αλλά και μία ορεξάτη πένα, ιδιαίτερα στην απόδοση των διαθέσεων των ηρώων. Η αρχική εντύπωση που δίνει η ανάγνωση, είναι η ιδέα μιας επιστροφής στην εποχή του «Στην Ακτή», με τη γνώριμη φινέτσα της γραφής του, η οποία και είναι εμφανής. Οι πρωταγωνιστές διαθέτουν ζωντάνια και ρεαλισμό, ενώ η επιλογή ενός τέτοιου λεπτού θέματος, συνεισφέρει στο δέσιμο ενός συνόλου που διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον. Το κείμενο στρέφεται προσεκτικά στις αντιθέσεις ανάμεσα στον ορθολογισμό και τις μεταφυσικές θέσεις της θρησκείας, ιδιαίτερα σε ζητήματα αποφάσεων καθοριστικών για τη ζωή ενός (νέου) ανθρώπου.


Ο «Νόμος περί τέκνων» μοιάζει με αποφασιστικό εγχείρημα του δημιουργού, να επιστρέψει με ένα περιεκτικό και συνεκτικό μυθιστόρημα. Η μόνη ένσταση σε αυτό, θα μπορούσε να προκύψει από το γεγονός, πως μετά τα δύο τρίτα περίπου της ιστορίας, τα γεγονότα κάπως επισπεύδονται, οι διάλογοι μειώνονται για χάρη της ροής, που αποκτά μια επιτάχυνση, δίνοντας την εντύπωση ενός «εσπευσμένου» τέλους. Εξαιρώντας αυτό το στοιχείο, θα ήταν δυνατό να ειπωθεί πως ο «Νόμος περί τέκνων» αποτελεί ένα δυναμικό «come back» του δημιουργού του.



Κυριακή 8 Μαΐου 2016

Η Τζένη Κουκίδου γράφει για το "Αύριο"



Τι είναι το αύριο;
Φιλοσοφικά μιλώντας είναι το μετά, ό,τι ακολουθεί και ό,τι περιλαμβάνουν οι μελλοντικοί μας χρόνοι. Αλλά είναι και ο τίτλος του νέου μυθιστορήματος του Γιώργου Γιαντά που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Λιβάνη.

Είναι... μια ηρωίδα και η ιστορία της. Το παρελθόν της, το παρόν της. Το μέλλον της; Ποιο αύριο περιμένει εκείνους που απαρνήθηκαν τον έρωτα, την αγάπη, τους φίλους, την οικογένεια; Τα μεγάλα, έντονα συναισθήματα, τις ζεστές, αληθινές αγκαλιές; Ποιο αποστειρωμένο, άνευρο, ψεύτικο παρόν πλημμυρίζει με αδιάφορες μέρες τη ζωή; Ποια είναι άραγε η σωστή επιλογή; Και πότε επιτέλους μπορείς να δεις καθαρά; Και τότε, θα βρεις τη δύναμη να τα αλλάξεις όλα;
Για ένα τέτοιο αύριο μιλάει ο συγγραφέας. Το αύριο που αξίζει στον άνθρωπο και ό,τι άλλο περιλαμβάνει αυτή η φράση.

Στην υπόθεση με δυο λόγια... Εκείνη είναι η Άννα Μαρία. Εκείνος ο Άγγελος. Ο κορμός μιας καρυδιάς είναι χαραγμένος αιώνια με τις ανάσες τους: Μαζί, γράφει. Για πάντα.
Πόσο κρατάει άραγε αυτό το πάντα όταν βρίσκεσαι στο μεταίχμιο ανάμεσα στην εφηβεία και την ενηλικίωση;


Ο κόσμος έμοιαζε απέραντος κι εκείνη τόσο μικρή τελικά μέσα του, σαν μικροσκοπική ύπαρξη, που παρά την όποια ζωή, παρά το όποιο επίγειο μεγαλείο, παρέμενε μικρή, όπως κι όλοι οι υπόλοιποι γύρω της.

Κι αν όλα αυτά σας λένε ότι πρόκειται για ρομάντζο... μπορείτε να το χαρακτηρίσετε κι έτσι. Είναι μια εφηβική ερωτική ιστορία που καταλήγει στο αυταπόδεκτο, δηλαδή ότι μόνο η αγάπη σώζει τον άνθρωπο. Θα συναντήσετε και μια-δυο αποκαλύψεις που προσφέρουν την έκπληξη ενώ αν ψάχνετε ερωτικές σκηνές, μάλλον κοιτάτε λάθος βιβλίο. Το μυθιστόρημα βασίζεται σε πιο βαθιά συναισθήματα. Θα συναντήσετε και μια τυπική ελληνική οικογένεια της δεκαετίας του 80 που θα σας θυμίσει αρκετά τη δική σας ή αρκετές από τις οικογένειες γνωστών και φίλων σας. Θα συναντήσετε και μια ανέλπιστη αναφορά στο πρώτο μυθιστόρημα του ίδιου, Ως την τελευταία πνοή, στη σελίδα 131, όταν ο συγγραφέας περιγράφει το εξώφυλλό του για το βιβλίο που κρατά στα χέρια της η ηρωίδα του.
Μου άρεσε η εναλλάξ χρονική τοποθέτηση που σε πηγαίνει από το παρόν στο παρελθόν κ.ο.κ. μέχρι τη στιγμή που παρόν και παρελθόν θα συναντηθούν στο σήμερα για να συνεχίσουν στο μέλλον ενώ όταν ο Γιώργος Γιαντάς γίνεται λεξοπλάστης (για παράδειγμα: χαχανοχασκάριζε) μόνο απολαυστικός μπορεί να είναι. Ο λόγος του έχει ροή. Ένα τέμπο που δίνει ρυθμό στην ανάγνωση. Ρέει η ιστορία όπως τα χρόνια εκείνου που έστριψε λάθος και χάθηκε -μεταφορικά και κυριολεκτικά αυτό- ή έχασε... το νόημα -της ζωής, της ύπαρξης...

Ευχαριστώ τον Γιώργο Γιαντά για την προσφορά του βιβλίου.

(Αναδημοσίευση από εδώ:
 http://koukidaki.blogspot.gr/2016/04/avrio.html)