'>

Σάββατο, 25 Απριλίου 2020

Η κατάλληλη λέξη


        Η «αναζήτηση της κατάλληλης λέξης» ήταν η διαρκής αγωνία του Γάλλου λογοτέχνη G. Flaubert. Μία επίμονη προσπάθεια για την ιδανική φόρμα έκφρασης, από κείμενο σε κείμενο και από πρόταση σε πρόταση. Φυσικά, η άνθηση της λογοτεχνίας ήταν εντελώς διαφορετική τον 19ο αιώνα και ιδιαίτερα πριν την έλευση της οθόνης των τηλεοράσεων και των υπολογιστών. Ωστόσο, ακόμη και στις οθόνες σήμερα, διαπιστώνεται πως η έκφραση είναι συχνά δύσκολη, «να, πως να το πω», κάτι σαν αδυναμία να εξωτερικευτούν συναισθήματα, να εξηγηθούν γεγονότα, να αναλυθούν καταστάσεις. Με εξαίρεση βέβαια δημοσιογραφικές φωνές ή ανθρώπους των γραμμάτων, που πραγματικά χαίρεσαι να ακούς, όταν τους δίνεται τηλεοπτικός χώρος και χρόνος. Διότι συνηθέστερες είναι οι εκπομπές μαγειρικής, οπού το τελικό αποτέλεσμα χαρακτηρίζεται σε μόνιμη βάση «θεσπέσιο», «υπέροχο», «μοναδικό». Παρόλο που το πιάτο στο τέλος είναι γεμάτο και χορταίνει, σε πολλές εκφάνσεις του τηλεοπτικού αλλά και διαδικτυακού βίου, παρατηρούνται δυσχέρειες. Πραγματικά, από την επαφή μου με τη λογοτεχνία, αντιλαμβάνομαι πόσο ενοχλητικό είναι το συναίσθημα, «να το έχεις εδώ πάνω και να μη μπορείς να το πεις».
         Η «αργκό» θα μπορούσε να αποτελεί μία λύση. Προϋπόθεση βέβαια είναι να γνωρίζουν όλοι την «αργκό», όπως και τις μεταβολές της, τους όρους που καταργούνται ή προστίθενται. Επιπλέον, η αργκό απαιτεί συχνά μία χειρονομία, ένα νεύμα, φαντάζομαι ένα βιβλίο ολόκληρο γραμμένο σε κάποια αργκό και αναρωτιέμαι πως θα μπορούσα να το κατανοήσω. Στην περίπτωση λ.χ. που μία φράση ήταν «αυτό το αμάξι τα σπάει!», θα αναρωτιόμουν τι σπάει το αμάξι. Τα πεζοδρόμια; Κάνει αλόγιστα ζημιές όταν περνάει; Σπάει τα λάστιχα του;
          Η κατάλληλη λέξη και η αναζήτηση αυτής είναι ζητήματα πιο επίκαιρα από ποτέ. Γιατί και η ανάγκη καθενός να εκφραστεί είναι έντονη. Κατά το παρελθόν, η καλλιέπεια, η σωστή έκφραση, ο ωραίος και δομημένος λόγος, κατείχαν εξέχουσα θέση στην κοινωνική ζωή. Η ικανότητα και ο τρόπος να δομεί σωστά κάποιος τις σκέψεις του, μα και να τις εκφράζει όμορφα και κατανοητά, υποδήλωναν όχι μόνο ένα υπόβαθρο παιδείας, μα και το προφίλ της προσωπικότητας. Ο χειρισμός του λόγου αντικατόπτριζε τον χαρακτήρα κάθε ανθρώπου. Στην πορεία αυτό έπαψε να είναι απαραίτητο. Με την επικράτηση της εικόνας, είναι αρκετό κάποιος να σκηνοθετεί τον εαυτό του σε κάποια «social» πλατφόρμα, διαθέτοντας απλά σαγηνευτικό χαμόγελο ή ανοιχτογάλαζα μάτια. Η ομορφιά βρίσκεται παντού εξάλλου! Μα πλέον, οι κατάλληλες λέξεις – τείνουν να εξαλειφθούν. Το διαδίκτυο παρέχει υποκατάστατα σε μικρές δόσεις: Στιχάκια, μικρά κείμενα, αποσπασματικές παραθέσεις ποιητών ή συγγραφέων, που τόσο εύστοχα εκφράζουν την αντίστοιχη διάθεση και που με τόσο ενθουσιασμό αναπαράγονται στις πλατφόρμες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
           Όμως και πάλι, κάτι φαίνεται να λείπει, ίσως μία εσωτερική ανάγκη, να είναι διαθέσιμες οι επιθυμητές λέξεις, την κατάλληλη στιγμή, σε μία συντροφιά, μία συναναστροφή, μία σχέση: η ανάγκη να είναι δικές μας. Κάπου εδώ γίνεται αντιληπτή η αγωνία του Flaubert αλλά και το προφανές της απάντησης: οι κατάλληλες λέξεις βρίσκονται στην ανάγνωση κειμένων, άρθρων, βιβλίων, εφημερίδων. Οπουδήποτε ευδοκιμεί ακόμα η δομή, ο εσωτερικός ρυθμός, το συναίσθημα, η γνώση, η γραφή με αρχή και τέλος, αλλά και κάτι τόσο μοναδικό: η γαλήνη. Η μοναδική αίσθηση που μόνο η ανάγνωση μπορεί να προσφέρει, ανεξαρτήτως ηλικίας ή και διάθεσης.
            Ξανακοιτώ τούτο το κείμενο μία ακόμη φορά: πάλι κάτι μου λείπει, κάποιες διατυπώσεις τις ήθελα αλλιώς, μα εγκλωβίστηκαν στις τόσες σκέψεις και γλίστρησαν στο κενό. Πού θα πάει όμως, την επόμενη φορά θα βρω ακόμη πιο κατάλληλες λέξεις, αυτό μπορώ να το εγγυηθώ !

Σάββατο, 18 Απριλίου 2020

Εβδομάδα των Παθών


Εβδομάδα των Παθών. Οι τελευταίες πληροφορίες στα μέσα ενημέρωσης, σχετικά ελπιδοφόρες: η κατάσταση με τον κορονοϊό βρίσκεται σε κάποια ύφεση, η επιστήμη πλησιάζει διαρκώς στην εξεύρεση εμβολίου.  Μία κρυφή αισιοδοξία σε πιστούς και μη πιστούς, πως το τέλος αυτής της περιπέτειας ίσως βρίσκεται κοντά. Οι μη πιστοί επιβεβαιώνοντας πως τον τελευταίο λόγο τον έχει η επιστήμη˙ οι πιστοί με την απόδειξη πως η Ανάσταση του Κυρίου θα συνοδεύεται από το θαύμα της ανεύρεσης του εμβολίου. Κάπου εκεί, η μνήμη ανασύρει περιοχές από τις οποίες μεταφέρθηκαν τα πρώτα κρούσματα: οι Άγιοι Τόποι ήταν μέσα σε αυτές. Αυτό φυσικά μπορεί να ήταν τυχαίο γεγονός ή όχι, ανάλογα με την οπτική γωνία καθενός για τον κόσμο και την ύπαρξη.       
            Διότι το προφανές της υπόθεσης είναι πως ο εγκλεισμός και η καραντίνα, επέφεραν και μία επιβράδυνση της ζωής ή ακόμη καλύτερα, έφεραν πολλές όψεις αυτής στις πραγματικές τους διαστάσεις˙ υποχρεώνοντας τον άνθρωπο να κάνει κάτι που μόλις λίγο καιρό έμοιαζε αδύνατο: να σταματήσει να «τρέχει» διαρκώς, κάνοντας αναπόφευκτη τη στροφή προς τον ίδιο τον εαυτό του, εκείνον που αλλοτριώθηκε στις προσταγές του υλισμού και της καθημερινότητας.
            Έχω μια υπόνοια πως αυτή η Ανάσταση θα συνοδευτεί από ευχάριστα νέα γύρω από την αντιμετώπιση της πανδημίας˙ να είναι δική μου αυταπάτη; Η προσωπική μου τάση να στρέφω το βλέμμα προς το υπερφυσικό; Σκοταδισμός θα σκεφτεί κάποιος. Όπως και η μετάληψη, η μετάδοση του ιού μέσω αυτής, οι κρυφές Θείες κοινωνίες. Κάθε φορά που ακούω τη λέξη σκοταδισμός για την πίστη, αναρωτιέμαι το εξής: το να ζεις σε έναν κόσμο τόσο σκληρό και αβέβαιο, χωρίς ίχνος πίστης, αυτό δεν αποτελεί μορφή σκοταδισμού;
           Όμως το ζήτημα εδώ παραμένει ο κορονοϊός. Η επακόλουθη απογύμνωση των ανθρώπων απέναντι στον κοινό κίνδυνο. Η πανδημία που υπενθύμισε με αμείλικτο τρόπο την ευθραυστότητα της ανθρώπινης υπόστασης αλλά και την ολοκληρωτική ασημαντότητα της ύλης. Με πίστη ή χωρίς πίστη,  οι απόψεις συγκλίνουν στο εξής: πως ο κόσμος μετά από όλο αυτό μπορεί να γίνει λίγο καλύτερος. Ίσως με την ύφεση της πανδημίας, να υφεθεί και το φαινόμενο του «ανθρώπου - τουρίστα», μέσα από το πρίσμα του κοινωνιολόγου Bourdieu: εκείνου που τρέχει διαρκώς να ανταποκριθεί στα αμέτρητα ερεθίσματα, να ανταπεξέλθει στους τόσους ρόλους που προσφέρει απλόχερα η σύγχρονη ζωή, χωρίς να προφταίνει να εμβαθύνει σε τίποτα. Ενδεχομένως να υποχωρήσει η επιφανειακή κρούστα των «πραγμάτων», αυτή που τόσο αθόρυβα απορρόφησε το δυναμισμό, τη ζωτικότητα, την πνευματικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.
            Στις δύσκολες αυτές μέρες, ακόμα και οι γιατροί, οι νοσηλευτές, οι μαχητές της πρώτης γραμμής αυτού του μετώπου, χρησιμοποιούν τη λέξη «πίστη» στην πάλη με τον εχθρό που λέγεται κορονοϊός, μέχρι που κάποτε βλέπουν μπροστά τους και θαύματα. Ωστόσο, όταν θα έχει βρεθεί αποτελεσματικό όπλο κατά του εχθρού, κάποιοι πάλι θα μιλούν για «θαύμα» της επιστήμης ενώ άλλοι απλώς για «θαύμα». Χωρίς την έννοια της πίστης όμως, δε θα έχει προχωρήσει τίποτε, όπως δε θα ήταν δυνατό να προχωρήσει η ίδια η ανθρωπότητα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, τα πάθη των ανθρώπων θα συνεχίζονται, είτε ξεκίνησαν από μία νυχτερίδα είτε από κάτι υπερφυσικό, οπότε και η ευχή θα παραμένει κοινή για όλους: Καλή Ανάσταση.
           

Σάββατο, 11 Απριλίου 2020

Ο εγκλεισμός του λογοτέχνη

Ο λογοτέχνης δε μπήκε ξαφνικά σε
καραντίνα: ήταν ήδη. Δεν τον απασχολεί ο εγκλεισμός. 

Αντιθέτως τον έχει ανάγκη για να προσηλώνεται στο έργο του. 
Δεν τον σκοτίζουν ανούσιες κοσμικότητες.
Την κοσμική ζωή τη φτιάχνει και τη χαρίζει πλουσιοπάροχα στους ήρωες του. Το να δοκιμάζει διαρκώς νέες συγκινήσεις, τον αφήνει αδιάφορο. 
Έχει συνθηκολογήσει με το χρόνο. 
Δεν είναι ένας "δοκιμαστής" της ζωής, πότε δω και πότε κει, παρασυρμένος από την ταχύτητα του κόσμου. 
Ο πραγματικός λογοτέχνης είναι αναπόφευκτα εσωστρεφής. Τώρα που όλα σταμάτησαν και οι δρόμοι άδειασαν, αυτός θέλει να περπατήσει έξω. Απλώς για να αναπνεύσει την ερημιά και τον καθαρό αέρα.

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2020

Η καταδίκη κάθε δημιουργού



             Η γραφή αποτελεί ελευθερία, μαζί και ανάγκη, μία εσωτερική επιθυμία που απώτερος σκοπός της μοιάζει να είναι η λύτρωση του δημιουργού. Μόνο που δε φαίνεται να υπάρχει ακριβής απάντηση στο γιατί ένας συγγραφέας περιπλανιέται σε πυκνογραμμένα χειρόγραφα ή γιατί ένας ποιητής αναζητά διαρκώς τον επόμενο στίχο.

             Ίσως η γραφή μπορεί να παρομοιαστεί με έναν έρωτα, που απέχει αρκετά από την ανθρώπινη εκδοχή και πραγμάτωση: δεν υπάρχει κάποια κορύφωση, κάποιο χαρούμενο τέλος, ούτε οδηγεί στην απόκτηση φυσικών απογόνων, παρά μένει ανολοκλήρωτος, μία διαρκής αναζήτηση του άφταστου το οποίο αποτελεί τον μόνο προορισμό.

            Το πάθος της γραφής ολοκληρώνεται με τη συνειδητή μη–ολοκλήρωση και αυτή η διαρκής επανάληψη της προσπάθειας για το μη–εφικτό, είναι που του προσδίδει αθανασία. Η χαρά και η ευφορία απορρέουν μέσα από το κυνήγι του ανέφικτου, του ιδεατού που στέκει διαρκώς ένα βήμα πιο πέρα, και αυτή η μικρή απόσταση – τόσο κοντά μα ανέγγιχτα, είναι που την ολοκληρώνει, έστω προσωρινά, μετατρέποντας την ικανοποίηση σε δυστυχία και αντίστροφα, στον κύκλο μιας αέναης επανάληψης.

            Στην ιδιαίτερη αξία της εγκεφαλικής διεργασίας, έγκειται και η ανωτερότητα αυτού του «έρωτα»: αποτελεί υπέρβαση κάθε σαρκικής και υλικής υπόστασης, προς κάτι νοερό και όμως πέρα από τα όρια του κόσμου όπως τον αντιλαμβάνεται ο μέσος άνθρωπος. Ο δημιουργός αργά ή γρήγορα στρέφεται στο κίνητρο, πρόσωπο ή πράγμα – που ενώ κάποτε μπορεί να του ήταν ασήμαντο, να το θεωρούσε  μεγάλο-λάθος, εκείνο κατάφερε να τον παρασύρει, τροφοδοτώντας την έμπνευση του. Κάθε κίνητρο που εμπνέει ένα συγγραφέα  ή έναν ποιητή, γίνεται αργά η γρήγορα πολύτιμο.

            Ο μόνος μεγάλος έρωτας κάθε δημιουργού είναι το ανολοκλήρωτο. Τη στιγμή που καθένας, μοιραία αναρωτιέται για το νόημα της ύπαρξης, οι δημιουργοί απλώνουν με αγωνία το χέρι τόσο που, ανεπαίσθητα σχεδόν, με τις άκρες των δακτύλων, κατορθώνουν να το ψηλαφίζουν. Με αυτήν την «καταδίκη του δημιουργού» περιπλανιέται κάθε εραστής της γραφής, όταν αναζητά την επόμενη ιδέα, όταν αγωνιά για τον επόμενο στίχο, ακόμα και όταν πασχίζει να τελειοποιήσει το ολοκληρωμένο γραπτό του. Το γνωρίζει, πως απέχει κάθε φορά ελάχιστο, τόσο μα τόσο λίγο, και είναι ακριβώς αυτή η γλυκιά αγωνία που δίνει ανυπέρβλητη αξία και νόημα στις απελπισίες, που κυριεύουν κάθε άνθρωπο, κάθε περαστικό στη βαθιά ματαιότητα του υλικού κόσμου.